Γλώσσα:

Έρευνα ΚΕΘΙ

Έρευνα ΚΕΘΙ για την ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα, 2003

ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ (ΚΕΘΙ) ΕΝ∆Ο-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ:

ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΕΛΛΑ∆ΙΚΗ ΕΠΙ∆ΗΜΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

ΕΠΙΣΤ. ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ: Επικ. Καθ. Β. ΑΡΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ Καθ. ΙΑΚ. ΦΑΡΣΕ∆ΑΚΗΣ

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΡΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ: Μ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ∆Α: Α. ΖΟΥΛΙΝΑΚΗ Γ. ΚΑΤΣΙΚΗ Ε. ΞΥ∆ΟΠΟΥΛΟΥ Σ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ

ΑΘΗΝΑ 2003

Εκ µέρους των επιστηµονικών υπευθύνων της έρευνας και της ερευνητικής οµάδας, θερµές ευχαριστίες στις γυναίκες που συµµετείχαν στην έρευνα και που χάρη στη συνεργασία τους κατέστη δυνατή η διεξαγωγή της πρώτης επιδηµιολογικής έρευνας για την ενδο-οικογενειακή βία στην Ελλάδα. Η παρούσα επιδηµιολογική έρευνα µε θέµα την ενδοοικογενειακή βία διεξήχθηκε κατά το χρονικό διάστηµα Οκτωβρίου 2002 - Απριλίου 2003, µε πρωτοβουλία του Κέντρου Ερευνών για Θέµατα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι.). Στόχος της έρευνας ήταν η καταγραφή των περιστατικών της ενδοοικογενειακής βίας στην ελληνική κοινωνία µε θύµα τη γυναίκα και δράστη το σύζυγο/ σύντροφό της. Η επιλογή του δείγµατος της έρευνας έγινε µε τη µέθοδο της πολυσταδιακής τυχαίας δειγµατοληψίας.

Το δείγµα αποτέλεσαν 1.200 γυναίκες, ηλικίας 18-60 ετών, κάτοικοι αστικών, ηµι-αστικών κέντρων και αγροτικών περιοχών, σε πανελλαδικό επίπεδο. Η συλλογή των στοιχείων έγινε µε τη µέθοδο των δοµηµένων συνεντεύξεων µε συµπλήρωση ερωτηµατολογίου που περιελάµβανε πενήντα τρεις (53) ερωτήσεις. Τις συνεντεύξεις πραγµατοποίησαν συνεντεύκτριες µε εµπειρία στη διεξαγωγή κοινωνικών ερευνών στο πεδίο. Στα πλαίσια της έρευνας καταγράφηκαν τα περιστατικά λεκτικής, ψυχολογικής, σωµατικής και σεξουαλικής βίας µε θύµατα τις γυναίκες και δράστη το σύζυγο/σύντροφό τους, το ιστορικό προηγούµενης βίας στην παιδική ηλικία ή/ και σε προηγούµενες σχέσεις των γυναικών, η έµµεση γνώση περιστατικών ενδο- οικογενειακής βίας µε θύµατα γυναίκες από το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον των γυναικών του δείγµατος, καθώς και η στάση των τελευταίων απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία.

Σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα της έρευνας το 56% των ερωτώµενων βιώνει λεκτική ή/ και ψυχολογική βία, το 3,6% υφίσταται σωµατική βία και το 3,5% εξαναγκάζεται σε σεξουαλική επαφή.

Επιπλέον, το 23,6% των γυναικών δηλώνει ότι γνωρίζει κάποια γυναίκα από το συγγενικό ή/ και φιλικό τους περιβάλλον που έχει υποστεί ή υφίσταται βία από το σύζυγο/σύντροφό της. Τέλος, µόνο το 8,8% των ερωτώµενων χαρακτηρίζει το σύζυγο/ σύντροφό του βίαιο

The present epidemiological research on the subject of domestic violence was carried out during the time interval of October 2002 - April 2003. Τhe objective of the research was the recording of domestic violence incidents in the Greek society with the woman being the victim and the spouse/intimate partner being the perpetrator. The choice of the sample of the research was derived through the method of simple multistage random sampling. The sample was comprised by 1.200 women, between the ages of 18-60 years, residents of urban, semi - urban and rural regions, located in Greece. The collection of the data was done with the method of structured interviews by completion of a questionnaire that included fifty three (53) questions. The interviews were realized by experienced interviewers with previous experience in conducting social researches. Within the frames of research the following have been recorded: incidents of verbal, psychological, physical and sexual abuse with women as victims and the spouses/intimate partners as perpetrators, the history of previous violence during childhood and/or in previous relations during adulthood, the indirect knowledge of incidents concerning domestic violence with female victims from the close related and friendly environment of the women that comprised our sample, as well as the attitude of those women concerning domestic violence. According to the results of the research 56% of those interviewed experienced verbal and/or psychological violence, 3,6% suffered physical abuse and 3,5% was forced in sexual contact. Moreover, the 23,6% of women declares that she knows a woman from their related and/or friendly environment that it has suffered or is suffering from incidents of domestic violence from the spouse/intimate partners. Finally, only the 8,8% characterizes their spouse/ intimate partners violent.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΕΦ. Ι. ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

1. Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΩΝ ΟΡΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΕΝ∆Ο-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

2. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

3. ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

3.1. Χαρακτηριστικά του δράστη και του θύµατος ενδο-οικογενειακής βίας

3.2. Παράγοντες υψηλού κινδύνου

3.3. Μυθολογία της ενδο-οικογενειακής βίας

4. Η ΕΝ∆Ο-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ∆Α

ΚΕΦ. ΙΙ. ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

1. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΕΡΕΥΝΑΣ

2. ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ∆ΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

2.1. ∆είγµα

2.2. Μέθοδος έρευνας

2.3. Εργαλείο της έρευνας

3. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ

4. ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΚΕΣ ∆ΥΣΧΕΡΕΙΕΣ

ΚΕΦ. ΙΙΙ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

1. ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΕΡΕΥΝΑΣ

2. ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

3. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΝΟΙΚΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

3.1. Τα σχόλια των συνεντευκτριών

3.2. Τα σχόλια των γυναικών-ερωτώµενων

ΚΕΦ. ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

2. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

2.1. Για την αντιµετώπιση του φαινοµένου

2.2. Προτάσεις για περαιτέρω έρευνα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις περισσότερες χώρες, κυρίως της Ευρώπης, η βία κατά των γυναικών θεωρείται κοινωνικό πρόβληµα και συνδέεται µε το ζήτηµα της ανισότητας µεταξύ των δύο φύλων. Σε παγκόσµιο επίπεδο, ο Καναδάς, οι Ηνωµένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία διαθέτουν αρκετή γνώση και εµπειρία για το θέµα της βίας κατά των γυναικών. Η συµβολή του γυναικείου κινήµατος είναι ιδιαίτερα σηµαντική, µε την έννοια ότι στο παρελθόν στις χώρες αυτές προώθησε τη δηµιουργία δοµών για τις γυναίκες-θύµατα βίας και τα παιδιά τους (καταφύγια, κέντρα αντιµετώπισης της κρίσης κ.λπ.) και σήµερα συµµετέχει σε δηµόσιες συζητήσεις για θέµατα σχετικά µε τη δύναµη και τη βία στις «στενές» προσωπικές σχέσεις. Οι έρευνες, στα πρώτα στάδια ανάληψης πρωτοβουλιών για την αντιµετώπιση του φαινοµένου της βίας, εστιάστηκαν στις γυναίκες που απευθύνονταν σε υπηρεσίες και στους άνδρες που κατηγορήθηκαν ότι προσπάθησαν να διαπράξουν, ή ότι διέπραξαν ανάλογα αδικήµατα. Από αυτές προέκυψαν στοιχεία για τις βίαιες σχέσεις στην οικογένεια και αποδόθηκαν οι πρώτες εξηγήσεις του φαινοµένου.

Τα αποτελέσµατα των ερευνών ενίσχυσαν µε τη σειρά τους τόσο την κοινωνική ευαισθητοποίηση πάνω στο θέµα της βίας κατά των γυναικών, όσο και την ανάληψη πρωτοβουλιών σε πανεπιστηµιακό, κοινοτικό και κυβερνητικό επίπεδο.

Σήµερα, το θέµα της βίας κατά των γυναικών κυριαρχεί στην έρευνα, καθώς εθνικές κυβερνήσεις και ακτιβιστικές οργανώσεις αναγνωρίζουν πλέον την αναγκαιότητα καλής ποιότητας ερευνών µε στόχο:

• την εξαγωγή αξιόπιστων στατιστικών δεδοµένων σχετικά µε την έκταση και τις διαστάσεις της βίας κατά των γυναικών,

• τη διερεύνηση των κοινωνικών και οικονοµικών παραγόντων µε τους οποίους συνδέεται, • την αξιολόγηση πρωτοποριακών πρακτικών,

• τη συγκέντρωση πληροφοριών αφενός για την ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης και αφετέρου πολιτικών για το σχεδιασµό προγραµµάτων παροχής υπηρεσιών στα θύµατα και τους δράστες.

Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυβερνητικοί φορείς που είναι υπεύθυνοι για θέµατα ισότητας των φύλων έχουν υλοποιήσει επιδηµιολογικές ( Βλ. σχετικά, Johnson, H., Rethinking Survey Research on Violence Against Women, στο R. E. Dobash & R. P. Dobash, (επιµ.), Rethinking Violence Against Women. London, Sage, 1988, σσ. 23-51). έρευνες για την ενδο-οικογενειακή βία. Επίσης, πανεπιστήµια ή ανάλογα ιδρύµατα έχουν αναλάβει τη διεξαγωγή σχετικών ερευνών. Το αξιοσηµείωτο κατά την περιοδολόγηση των ερευνών -σε ευρωπαϊκό κυρίως επίπεδο- είναι η ποικιλία που εµφανίζεται αναφορικά όχι µόνο µε τα δείγµατα που έχουν επιλεγεί, αλλά και ως προς τις χρονικές περιόδους που έχουν διεξαχθεί και ανακοινωθεί τα αποτελέσµατά τους, καθώς επίσης και ως προς τις πηγές χρηµατοδότησής τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι έρευνες διαφέρουν, µεταξύ των άλλων, και ως προς τους στόχους τους, µε αποτέλεσµα να σηµειώνονται διαφοροποιήσεις ως προς την ηλικία και το φύλο των ερωτώµενων (άνδρες, γυναίκες ή και τα δύο φύλα), τους τύπους της βίας (σωµατική, ψυχολογική, σεξουαλική), τη σχέση του δράστη µε τη γυναίκα, το χρονικό διάστηµα, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία που συλλέγονται (αν έχει υπάρξει η γυναίκα θύµα βίαιης συµπεριφοράς κάποτε στη ζωή της, τα τελευταία πέντε χρόνια, τον τελευταίο χρόνο κ.λπ) και το χώρο που συντελείται η βία (στο σπίτι που διαµένει η οικογένεια, στον ιδιωτικό χώρο της γυναίκας-θύµατος ή του άντρα-δράστη, στο χώρο εργασίας, ή σε άλλο δηµόσιο χώρο). Επιπλέον, ορισµένες έρευνες εισάγουν το θέµα της ασφάλειας των γυναικών, άλλες σχεδιάζουν τη µεθοδολογία τους στο πλαίσιο της σχέσης - και εποµένως της διαχείρισης των συγκρούσεων ανάµεσα στο ζευγάρι - και άλλες συµπλέουν µε έρευνες θυµατοποίησης. Σπάνια δε, τα αποτελέσµατα αυτών των ερευνών έχουν ενσωµατωθεί στα επίσηµα στατιστικά στοιχεία, µε αποτέλεσµα να υπάρχει αδυναµία συγκέντρωσης στοιχείων τόσο σε εθνικό, όσο και υπερεθνικό επίπεδο (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση). Τα στατιστικά στοιχεία που προς το παρόν έχουµε στη διάθεσή µας συµπυκνώνονται σε διαπιστώσεις όπως: µία στις δέκα παντρεµένες γυναίκες ή γυναίκες που συζούν µε ετερόφυλο σύντροφο στον Καναδά κακοποιείται και µία στις πέντε έχει υπάρξει θύµα ενδο-οικογενειακής βίας στη Φιλανδία. Καθώς στην Ευρώπη δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά µε συγκρίσεις ανάµεσα σε εθνικές µελέτες, ή µια συγκεκριµένη εικόνα για τη βία των ανδρών κατά των γυναικών, δεν µπορούµε να γνωρίζουµε αν έρευνες από τη Βόρεια Αµερική µπορούν να έχουν εφαρµογή σε άλλες χώρες ως προς τη µεθοδολογία και τα αποτελέσµατα. Επίσης, δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι διαφορές µεταξύ των κρατών- µελών, µε συνέπεια οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί να αξιολογούνται µε κριτήριο την εγγύτητα των αποτελεσµάτων µε αντίστοιχα αποτελέσµατα ερευνών που πραγµατοποιήθηκαν στις Ηνωµένες Πολιτείες και, πρόσφατα, τον Καναδά. Στο πλαίσιο ενός παγκόσµιου οργανισµού, όπως είναι η Παγκόσµια Οργάνωση Υγείας, διαπιστώνεται ότι το σχέδιο που εκπονήθηκε το 1995, περιλαµβάνει ερευνητικά προγράµµατα µε κοινή επί των βασικών θεµάτων µεθοδολογία, σε πολλές χώρες του κόσµου που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να συµµετάσχουν.

Στόχοι του σχεδίου είναι:

α) να εξασφαλίσει αξιόπιστα στοιχεία για τον επιπολασµό της ενδο-οικογενειακής βίας,

β) να εξακριβώσει τις συνέπειες της βίας στην υγεία των γυναικών,

γ) να προσδιορίσει τους παράγοντες κινδύνου και προστασίας και

δ) να περιγράψει στρατηγικές για την αντιµετώπιση της βίας από τις ίδιες τις γυναίκες που την υφίστανται.

Σε χρονολογική σειρά, η πρώτη έρευνα για τη µελέτη της βίας των ανδρών κατά των γυναικών στην οικογένεια, πραγµατοποιήθηκε στον Καναδά το 1993, υπό την αιγίδα της Καναδικής Κυβέρνησης, σε δείγµα 12.300 γυναικών άνω των 18 ετών µε τηλεφωνικές συνεντεύξεις7. Μια από τις πρώτες έρευνες που πραγµατοποιήθηκε στην Ευρώπη ήταν εκείνη που πραγµατοποιήθηκε στην Ολλανδία το 1986. Κύριος ερευνητής ήταν ο R. Römkens και η έρευνα διεξήχθηκε σε τυχαίο δείγµα 1.016 γυναικών ηλικίας 20-60 ετών. Χρησιµοποιήθηκε συνδυασµός ποσοτικών και ποιοτικών µεθόδων τόσο κατά τη συλλογή, όσο και κατά την ανάλυση των δεδοµένων. Στη δεκαετία του ’90 επικράτησε η άποψη ότι η αναφορά βίαιων εµπειριών µπορεί να ενθαρρυνθεί όταν η έρευνα απευθύνεται αποκλειστικά στις γυναίκες και όταν ο ορισµός της βίας περιλαµβάνει ένα µεγάλο φάσµα βίαιων συµπεριφορών σε συγκεκριµένο πλαίσιο. Οι έρευνες αυτές στοχεύουν αφενός στο να περιγράψουν οι ίδιες οι γυναίκες επιθετικές συµπεριφορές µε κλιµάκωση ως προς τη σοβαρότητα στο πλαίσιο της σωµατικής βίας, αφετέρου να προσδιορίσουν τη θέση τους απέναντι σε θέµατα όπως η δύναµη, η σύγκρουση, ή/και η εξάρτηση. Σύµφωνα µε τις προτεραιότητες που αναφέρθηκαν, σχεδιάστηκαν οι έρευνες που πραγµατοποιήθηκαν στην Ελβετία το 19948 και στην Ιρλανδία το 19959. Η έρευνα που πραγµατοποιήθηκε στη Φιλανδία κατά το χρονικό διάστηµα του δεύτερου εξαµήνου του 1997, αξιοποίησε την προσέγγιση των στατιστικών στοιχείων. Η έρευνα διεξήχθηκε σε δείγµα 1.500 γυναικών ηλικίας 20-60 ετών που ζούσαν µε άνδρα και τα αποτελέσµατα δηµοσιεύτηκαν το 1995. Η έρευνα έγινε µε αποστολή των ερωτηµατολογίων ταχυδροµικά, σε δείγµα 7.100 γυναικών ηλικίας 18-74 ετών. Πραγµατοποιήθηκαν επίσης, 30 περίπου σε βάθος συνεντεύξεις. Οι επιδηµιολογικές έρευνες χρησιµοποιούνται για να καθορίσουν τον επιπολασµό και να εξετάσουν δηµογραφικές συσχετίσεις. Σε γενικές γραµµές, εστιάζουν σε ατοµικά χαρακτηριστικά των εµπλεκοµένων στη βία, όπως τα δηµογραφικά στοιχεία των θυµάτων και των δραστών, στα γενικευµένα πρότυπα (patterns) της βίας και στους παράγοντες, µε τους οποίους συνδέεται. Ιδιαίτερη έµφαση δίνεται στη µεθοδολογία, στις µεθόδους, και στην πρακτική εφαρµογή των αποτελεσµάτων. Σηµαντική παράµετρο, προκειµένου να υπάρχουν συγκεκριµένα και αξιόπιστα αποτελέσµατα που να περιγράφουν τη βία, αποτελεί ο προσδιορισµός του πλαισίου, στο οποίο συµβαίνει (π.χ. βία στην οικογένεια από τον σύζυγο-σύντροφο, άλλο συγγενικό πρόσωπο, βία εκτός σπιτιού κ.λπ.). Επιπλέον, εγείρονται ηθικά ζητήµατα σχετικά µε την πιθανή έκθεση των ερωτώµενων σε βία µέσα από την ερευνητική διαδικασία, εξαιτίας της ανάκλησης στη µνήµη περιστατικών βίας κατά τη συνέντευξη, ή της πρόκλησης βίαιης συµπεριφοράς από το πρόσωπο που κακοποιεί, µε την ανακάλυψη της συµµετοχής της γυναίκας στη συγκεκριµένη έρευνα. Εντούτοις, οι επιδηµιολογικές έρευνες έχουν σηµαντικά πλεονεκτήµατα για την περιγραφή του φαινοµένου της βίας, καθώς:

• παρέχουν στοιχεία για το προφίλ θυµάτων και δραστών (ηλικία, την κοινωνική τάξη, την εθνική/πολιτισµική προέλευση, κ.λπ),

• συµβάλλουν αφενός στην αναγνώριση των διαφόρων µορφών βίας κατά των γυναικών - ιδιαίτερα εκείνων που δεν είναι ιδιαίτερα εµφανείς (λ.χ. ψυχολογική, εξαναγκασµός σε σεξουαλική επαφή) - και αφετέρου στη δηµιουργία ενός πλαισίου τυποποίησης της βίας στη βάση πραγµατικών εµπειριών ζωής,

• παρέχουν γνώση για την πραγµατική έκταση του φαινοµένου,

• συµβάλλουν στο να µπορούν οι γυναίκες-θύµατα βίας µε δράστες άνδρες να αναφέρουν τη βία που υφίστανται και να καταγράφονται περιπτώσεις που σε διαφορετικές συνθήκες µπορεί να µην αναφέρονταν ποτέ.

• βοηθούν τις γυναίκες να αναγνωρίσουν βίαιες πράξεις, οι οποίες σε άλλες συνθήκες θεωρούνται ως φυσιολογική συµπεριφορά

• καθορίζουν το πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και τις στρατηγικές για την πρόληψη.

Στην Ελλάδα δεν έχει πραγµατοποιηθεί επιδηµιολογική έρευνα για τη βία κατά των γυναικών στην οικογένεια, ούτε υπάρχει ετήσια έκθεση στατιστικών στοιχείων σχετικά µε την έκταση του φαινοµένου. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στην Ελλάδα τα περιστατικά της ενδο-οικογενειακής βίας δεν δηµοσιοποιούνται στις αρµόδιες αρχές µε συνέπεια την ύπαρξη σκοτεινού αριθµού βίας κατά των γυναικών. Η παρούσα έρευνα αποτελεί την πρώτη προσπάθεια περιγραφής της έκτασης, της φύσης και των διαστάσεων της βίας κατά των γυναικών µέσα στην οικογένεια στην Ελλάδα. Η διεξαγωγή της έρευνας σε ολόκληρη τη χώρα µε συνεντεύξεις στο πεδίο προσβλέπει στη διερεύνηση του θέµατος στον ευρύ πληθυσµό και όχι µόνο σε γυναίκες που χρησιµοποιούν τις παρεχόµενες υπηρεσίες. Σε γενικές γραµµές, η έρευνα επιδιώκει την αναφορά των διαφόρων µορφών βίας από τις ίδιες της γυναίκες, συµπεριλαµβανοµένων της ψυχολογικής και της σεξουαλικής βίας. Αξιοποιεί τη συµβολή των ερευνών για την ενδο-οικογενειακή βία στις Ηνωµένες Πολιτείες ως προς την περιγραφή των βίαιων συµπεριφορών, της έρευνας του Home Office στη Μεγάλη Βρετανία για την καταγραφή της βίας και για την ανάλυση περιστατικού και δίνει ιδιαίτερη έµφαση στην ανίχνευση της στάσης και της αντίδρασης των γυναικών απέναντι στη βία στις «στενές» διαπροσωπικές σχέσεις. Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφονται οι θεωρητικές προσεγγίσεις αναφορικά µε τα θέµατα της ενδο-οικογενειακής βίας και το πλαίσιο, µέσα στο οποίο διαµορφώθηκαν οι υποθέσεις της συγκεκριµένης έρευνας. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται διεξοδικά η µεθοδολογική προσέγγιση που επιλέχθηκε και αναφέρονται οι µεθοδολογικές δυσχέρειες που προέκυψαν κατά το σχεδιασµό. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται η ποσοτική ανάλυση των ερευνητικών δεδοµένων και επιχειρείται η ποιοτική επεξεργασία των στοιχείων. Στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζονται συνοπτικά τα αποτελέσµατα της έρευνας και διατυπώνονται προτάσεις για τη χάραξη πολιτικών. Στο παράρτηµα παρατίθεται το ερευνητικό εργαλείο που χρησιµοποιήθηκε

. KΕΦ. Ι. ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

1. Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΩΝ ΟΡΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΕΝ∆Ο-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Προκειµένου να ορίσει κανείς εννοιολογικά την ενδο-οικογενειακή βία, θα πρέπει να προσδιορίσει τους όρους, από τους οποίους η έννοια συντίθεται. Έτσι, ως βία νοείται η όποια σωµατική, λεκτική και ψυχολογική ή συναισθηµατική βία, ο εξαναγκασµός και η παραµέληση, ανεξάρτητα από το αν η χρήση της βίας είναι επαναλαµβανόµενη ή λαµβάνει χώρα µόνο µία φορά. Ο δε όρος «οικογένεια» αναφέρεται όχι µόνο στην πυρηνική οικογένεια, αλλά σε µια διευρυµένη µορφή οικογένειας, καθώς και στις οιονεί οικογένειες. Η σωµατική βία προσδιορίζεται από τις διακυµάνσεις µεταξύ ενός χαστουκιού στο πρόσωπο έως τη σοβαρή σωµατική βλάβη, η οποία καταλήγει ακόµα και σε εκ προθέσεως ανθρωποκτονία. Η ψυχολογική βία κυµαίνεται από ταπείνωση έως σοβαρή ψυχολογική βλάβη και έκπτωση του θύµατος στην κοινωνική του λειτουργικότητα. Η λεκτική βία, η οποία είναι άµεσα συνδεδεµένη µε την ψυχολογική, εµπεριέχει ένα ευρύ φάσµα συµπεριφορών που κινούνται από φωνές και εξυβρίσεις έως λεκτικό εξευτελισµό, απειλές και λεκτική τροµοκράτηση του θύµατος. Ο εξαναγκασµός, εξάλλου, είναι δυνατόν να περιλαµβάνει την υποχρέωση του θύµατος να έρθει σε σεξουαλική πράξη µε το δράστη παρά τη θέλησή του, ενώ η παραµέληση αφορά στη στέρηση βασικών και θεµελιωδών δικαιωµάτων του θύµατος (στέρηση ελευθερίας, οικονοµική στέρηση και εξάρτηση, έλλειψη φροντίδας για τις συναισθηµατικές ανάγκες του θύµατος, αποστέρηση της ιατρικής φροντίδας αναφορικά µε τη σωµατική και ψυχική υγεία, της αποστέρησης της εκπαίδευσης, κλπ.). Η ενδο-οικογενειακή βία παλαιότερα προσδιοριζόταν κυρίως ως η σωµατική ή/και η ψυχολογική βία του άνδρα-συζύγου/συντρόφου εναντίον της γυναίκας- συζύγου/συντρόφου. Παρατηρούµε, συνεπώς ότι στους εκάστοτε ορισµούς δεν περιλαµβάνονταν όλες οι µορφές κακοποίησης. Έτσι, οι Straus, Gelles & Steinmetz διαχωρίζουν τη βία σε δύο τύπους:

α) στη «φυσιολογική βία», όπου η βίαιη πράξη πραγµατοποιείται µε την πρόθεση πρόκλησης σωµατικού πόνου ή τραύµατος σε. κάποιο άτοµο και

β) στην «καταχρηστική βία», η οποία ορίζεται ως πράξη που ενέχει τη σοβαρή πιθανότητα τραυµατισµού του ατόµου που πλήττεται.

Η Walker αναφέρει ότι η κακοποιηµένη γυναίκα κατ’ επανάληψη και συστηµατικά υφίσταται βίαιη συµπεριφορά από έναν άνδρα, τόσο σε σωµατικό, όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο, µε σκοπό τον εξαναγκασµό της σε πράξεις ακούσιες, χωρίς να λαµβάνονται υπόψη τα δικαιώµατά της. Η Pagelow προσδιορίζει την κακοποίηση ως τον εκ προθέσεως τραυµατισµό της γυναίκας ή τον εξαναγκασµό της σε πράξεις ακούσιες, ή το βίαιο περιορισµό της αναφορικά µε εθελούσιες δραστηριότητες, από ενήλικα άνδρα, µε τον οποίο διατηρεί σεξουαλική σχέση, ανεξάρτητα από το αν η βία επισυµβαίνει στο πλαίσιο του έγγαµου βίου. Η βία στους κόλπους της οικογένειας προσδιορίζεται, πλέον, ευρέως ως ο οικονοµικός έλεγχος και η σωµατική, σεξουαλική, συναισθηµατική και ψυχολογική κακοποίηση µεταξύ ενηλίκων ή εφήβων, εναντίον των τωρινών ή προηγουµένων συζύγων/συντρόφων τους. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενδο-οικογενειακή βία καθορίστηκε µε σαφήνεια από τον ορισµό που έχει προταθεί από τη ∆ανία και έγινε αποδεκτός από τα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: «Κάθε σωµατική, σεξουαλική, ή ψυχολογική βία που ασκείται σε βάρος του θύµατος από τον τωρινό ή πρώην σύζυγο, ή από το σύντροφο, ή άλλα µέλη της οικογένειας».

Η ενδο-οικογενειακή βία, πλέον, θεωρείται πρώτιστα καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωµάτων και αποτελεί φαινόµενο, το οποίο έχει προεκτάσεις και επιπτώσεις σε ατοµικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονοµικό επίπεδο: επηρεάζει και άλλα µέλη της οικογενείας, πλην του θύµατος, επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην υγεία του (σωµατική και ψυχική), προκαλεί τον κοινωνικό αποκλεισµό του, ευνοεί την αναπαραγωγή διαστρεβλωµένων κοινωνικών ρόλων και µεταφράζεται σε τεράστιο κόστος στον κρατικό προϋπολογισµό, καθώς ενεργοποιούνται στρατηγικές πρόληψης και αντιµετώπισης του φαινοµένου. Θα πρέπει να επισηµανθεί ότι η βία µέσα στην οικογένεια συνδέεται άµεσα µε την απόκτηση και τη διατήρηση της άσκησης ελέγχου και αποτελεί ένα από τα χρησιµοποιούµενα µέσα επίτευξής του, καθώς η διατήρηση των ρόλων στους κόλπους της οικογένειας θεωρείται τόσο σηµαντική, όσο σε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική δοµή. Ειδικότερα, η δοµή και η κουλτούρα της οικογένειας αρκετές φορές αντικατοπτρίζουν αντιλήψεις που υποστηρίζονται σε άλλους κοινωνικούς θεσµούς και εµπεριέχουν όλα τα κοινωνικά προβλήµατα, τα οποία πλέον συναντώνται σε µικρο-επίπεδο· για παράδειγµα, παρατηρείται συχνά η διαπαιδαγώγηση των παιδιών να βασίζεται σε αρχές, όπου η πειθαρχία και η τιµωρία που επιβάλλονται, είναι ανάλογες των κανονιστικών προτύπων που ισχύουν στην εργασία και βασίζονται στην ηλικία και το φύλο. Με αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά µαθαίνουν τις συγκεκριµένες πρακτικές που θα τους επιτρέψουν ως ενήλικες να δρουν µε τους παρόµοιους κανόνες και συµπεριφορές που διέρχονται της διαρθρωτικής βίας. Κατά συνέπεια, η ενδο-οικογενειακή βία αποτελεί µια επιλεγµένη συµπεριφορά στο πλαίσιο των ρυθµίσεων της ιεραρχικής εξουσίας, η οποία αφενός στερεί από τη γυναίκα τα απαραίτητα εκείνα εφόδια για την αυτο-ανάπτυξή της και αφετέρου συµβάλλει στη διατήρηση ή/και στην εκ νέου καθιέρωση των σχέσεων εξουσίας µεταξύ των δύο φύλων.

2. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Οι ερµηνείες που προτείνονται αναφορικά µε την αιτιολόγηση του φαινοµένου της ενδο-οικογενειακής βίας, είναι δυνατόν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Ψυχιατρικές θεωρίες: η πρωταρχική πηγή της κακοποίησης εντοπίζεται στα παθολογικά χαρακτηριστικά της δοµής της προσωπικότητας του δράστη ή/και του θύµατος, τα οποία είναι απόρροια της ελλιπούς ψυχονοητικής ανάπτυξης του ατόµου στην (πρώιµη) παιδική ηλικία. Παράλληλα υποστηρίζεται ότι υπάρχουν υψηλά ποσοστά ψυχοπαθολογίας στα άτοµα που παρουσιάζουν καταχρηστική συµπεριφορά.

2. Συµπεριφοριστικές θεωρίες: η καταχρηστική συµπεριφορά (κακοποίηση) είναι αποτέλεσµα επιβράβευσης ή τιµωρίας του δράστη, σε περίπτωση άσκησης ή αποφυγής της αντίστοιχα. Η επιβράβευση µπορεί να είναι συµπεριφοριστική (ενδοτικότητα στις επιθυµίες του ατόµου µε βίαιη συµπεριφορά), συναισθηµατική (σαδιστική ευχαρίστηση), ή κοινωνική (επιβεβαίωση της δύναµης και της εξουσίας).

3. Γνωστικές θεωρίες: η κακοποίηση είναι απόρροια εκδραµάτισης από το δράστη φαντασιωσικών σκηνών, ή αν ο τελευταίος προσπαθεί να επιλύσει τυχόν γνωστικές ασυµφωνίες σχετικά µε την εικόνα εαυτού του. Ειδικότερα, οι φαντασιώσεις σεξουαλικής επικυριαρχίας και σωµατικής επιθετικότητας θεωρούνται ως πρόδροµοι της σεξουαλικής και της σωµατικής κακοποίησης. Οι εικόνες σεξουαλικής και σωµατικής βίας που προβάλλουν τα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης σε µεγάλο βαθµό ενθαρρύνουν τις συγκεκριµένες φαντασιώσεις.

4. Θεωρία της υποκουλτούρας της βίας: η καταχρηστική συµπεριφορά επισυµβαίνει τακτικά και είναι αποδεκτή, τόσο από τους δράστες, όσο και από τα θύµατα, εντός ενός συγκεκριµένου περιβάλλοντος υποκουλτούρας. Συγκεκριµένα, υποστηρίζεται ότι κάποιες κοινωνικές οµάδες έχουν διαφορετικά επίπεδα βίας, καθώς κινούνται σε συνθήκες και χώρους διαβίωσης, στους οποίους οι υπάρχουσες νόρµες και αξίες ενθαρρύνουν τη βίαιη συµπεριφορά. Η θεωρία αυτή ενδυναµώνεται από το γεγονός ότι τα βίαια επεισόδια φαίνεται να συµβαίνουν κυρίως σε περιορισµένες γεωγραφικές περιοχές.

5. Φεµινιστικές προσεγγίσεις: Η κοινωνία µε πατριαρχικές δοµές ενθαρρύνει τη βία από τους άνδρες προς τις γυναίκες. Σε αυτές τις κοινωνίες, οι γυναίκες υφίστανται κακοποίηση επειδή θεωρούνται υποδεέστερες από τους άνδρες. Σε αυτήν την προσέγγιση, κρίνεται ουσιώδες να κατανοηθεί η ιστορική υποτέλεια των γυναικών στους άνδρες. Η φεµινιστική θεωρία τίθεται υπέρ µιας ερµηνείας της κοινωνικής δοµής, η οποία έχει σχεδιαστεί ώστε να παραβλέπει, ή να ενθαρρύνει και να διαιωνίζει την επικυριαρχία των ανδρών στις γυναίκες.

6. Θεωρία της κοινωνικοποίησης των ρόλων των φύλων: στα πλαίσια της κοινωνικοποίησης των δύο φύλων, οι άνδρες ενθαρρύνονται να είναι περισσότερο επιθετικοί από τις γυναίκες, ενώ η σεξουαλική επιθετικότητα τούς αυξάνει την αίσθηση ανδρισµού και αρρενωπότητας. Καθώς δεν ενθαρρύνονται να µιλούν για τα συναισθήµατά τους, όταν αντιµετωπίζουν δυσκολίες, είναι δυνατόν να καταφύγουν στη σεξουαλική δραστηριότητα ή στη βία, προκειµένου να εκφράσουν τα συναισθήµατά τους και να αντιµετωπίσουν τα προβλήµατα που προκύπτουν. Όταν οι άνδρες υφίστανται βία, αυτό συµβαίνει γιατί έχουν θηλυπρεπή ρόλο στην κοινωνία.

7. Θεωρία της κοινωνικής µάθησης: ο δράστης έχει µάθει να φέρεται βίαια, καθώς έχει υπάρξει είτε µάρτυρας σκηνών βίας, είτε θύµα βίαιης συµπεριφοράς, κυρίως στην οικογένεια προέλευσης. Παράλληλα, η (βίαιη) συµπεριφορά του έχει ενισχυθεί µέσω επιβράβευσης από το περιβάλλον του, από το οποίο το άτοµο δεν µαθαίνει µόνο να είναι βίαιο, αλλά µαθαίνει να δικαιολογεί ηθικά και κοινωνικά την καταχρηστική του συµπεριφορά. Η θεωρία αυτή ερµηνεύει επαρκώς το γεγονός ότι σε κάποιες οικογένειες είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλαπλοί δράστες σωµατικής ή/και σεξουαλικής βίας.

8. Θεωρία των πόρων. Η συγκεκριµένη θεωρία υποστηρίζει ότι όλα τα κοινωνικά συστήµατα στρέφονται γύρω από τις απειλές ή τη χρήση βίας. Οι δράστες κακοποίησης διαθέτουν περισσότερους πόρους/µέσα (κοινωνικά, οικονοµικά, ψυχολογικά), µε αποτέλεσµα να υποτιµούν τα θύµατα και να είναι σε θέση να επιβάλλουν τη θέλησή τους στα τελευταία. Ακόµα και η έλλειψη πόρων, αρκετές φορές, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε βίαιη συµπεριφορά µε σκοπό την επιβολή και τη διατήρηση της εξουσίας.

9. Θεωρία της κοινωνικής συναλλαγής. Η συγκεκριµένη θεωρία επικεντρώνεται σε ένα σύστηµα επιβραβεύσεων και αρνητικών κυρώσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις: τα άτοµα θα εµπλακούν σε συµπεριφορές που είναι πιθανόν να τους αποφέρουν επιβράβευση, ενώ θα αποφύγουν συµπεριφορές που ενδεχοµένως να επιφέρουν κυρώσεις. Οι δράστες κακοποίησης έχουν την εξουσία και τη δυνατότητα να εκµεταλλεύονται τα θύµατα, ενώ τα τελευταία ελλείπουν της απαραίτητης ικανότητας να αντιµετωπίσουν αποτελεσµατικά την κακοποίηση και διαθέτουν ανεπαρκή µέσα να προσφέρουν εναλλακτικούς τρόπους επιβράβευσης στο δράστη.

10. Θεωρία των οικογενειακών συστηµάτων. Η αιτία της κακοποίησης εντοπίζεται στην ανισορροπία των δυναµικών και των σχέσεων µεταξύ των µελών της οικογένειας. Επισηµαίνεται ότι τα αίτια της ενδο-οικογενειακής βίας έχουν πολλαπλές ρίζες, όπως οι ρυθµιστικές δοµές, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των µελών της οικογένειας, οι µαταιώσεις που τυχόν δέχονται τα τελευταία, ή ακόµα και οι συγκρούσεις που προκύπτουν στους κόλπους της οικογένειας. Συνήθως, στην οικογένεια υπάρχει περισσότερη καταχρηστική συµπεριφορά από ό,τι αναφέρεται ή καταγγέλλεται. Τις περισσότερες δε φορές, η βία στην οικογένεια είτε γίνεται αντικείµενο άρνησης, είτε παραβλέπεται.

11. Θεωρία των συναισθηµατικών δεσµών. H συγκεκριµένη θεωρία ενσωµατώνει τόσο τις ψυχολογικές, όσο και τις κοινωνιολογικές παραµέτρους στην ερµηνεία της ενδο-οικογενειακής βίας. Η κακοποίηση οφείλεται σε ανεπαρκείς και ακατάλληλες σχέσεις µε τους γονείς, γεγονός που παρεµποδίζει την ανάπτυξη ενός δεσµού αγάπης µεταξύ της γονεϊκής φιγούρας και του παιδιού. Τα προβλήµατα συναισθηµατικών δεσµών που προκύπτουν κατά την παιδική ηλικία, δηµιουργούν πρόσφορο έδαφος για δυσκολίες στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις κατά την ενήλικη ζωή.

12. Θεωρία της ανακολουθίας της κοινωνικής τάξης: η καταχρηστική συµπεριφορά οφείλεται στην έλλειψη πόρων και στη συνεπαγόµενη ασυµφωνία και άγχος που βιώνει το άτοµο από την ασύµµετρη κατανοµή των πόρων αυτών. Κατά συνέπεια, η ανακολουθία της κοινωνικής τάξης απειλεί τα πατριαρχικά µοντέλα εξουσίας και τα συστήµατα αξιώv.

Εντούτοις, καµιά από τις παραπάνω θεωρίες δεν είναι επαρκής per se να ερµηνεύσει την ενδο-οικογενειακή βία, καθώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα πολυ- παραγοντικό µοντέλο για την προσέγγιση ενός φαινοµένου που διατρέχει την κοινωνία, τόσο σε µικρο-, όσο και σε µακρο-επίπεδο• ειδάλλως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να διαιωνιστούν, αναλόγως της θεωρίας που κάθε φορά χρησιµοποιείται, στερεοτυπικές συµπεριφορές και στάσεις που δυσχεραίνουν την αποτελεσµατική αντιµετώπιση της βίας στους κόλπους της οικογένειας. Ένα φαινόµενο µε προεκτάσεις πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισµικές, ακόµα και οικονοµικές, θα πρέπει να αντιµετωπίζεται µε γνώµονα κατά το δυνατόν όλες τις ενδογενείς και εξωγενείς µεταβλητές που το χαρακτηρίζουν και το απαρτίζουν. Κατά συνέπεια, η ερµηνεία της ενδο-οικογενειακής βίας θα πρέπει να βασιστεί στη διερεύνηση τόσο της προσωπικότητας του δράστη και του θύµατος, ώστε να αντιµετωπιστεί (και να προληφθεί) η καταχρηστική ή η θυµατοποιηµένη συµπεριφορά σε ατοµικό επίπεδο, όσο και των εξωγενών παραµέτρων που συνεπικουρούν στην εµφάνισή της: των ιδιαίτερων δοµικών χαρακτηριστικών που διέπουν το θεσµό του γάµου, των ρόλων που αναλαµβάνουν τα δύο φύλα εντός και εκτός του τελευταίου, των πολιτισµικών δοµών που χαρακτηρίζουν στο διηνεκές την κοινωνία, της µάθησης συµπεριφορών και ρόλων σύµφωνα µε το φύλο από την οικογένεια καταγωγής, των σχέσεων εξουσίας που αναπτύσσονται και λειτουργούν ρυθµιστικά σε οποιοδήποτε δι-ατοµικό ή δι-οµαδικό επίπεδο αλληλεπίδρασης, κλπ.

3. ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΕΡΕΥΝΩΝ

Αναφορικά µε τις µορφές βίας που είναι δυνατόν να παρουσιαστούν στην οικογένεια, η λεκτική βία εµφανίζει αρκετά υψηλά ποσοστά. Έρευνα των Straus & Sweet σε δείγµα 5232 ζευγαριών στις Ηνωµένες Πολιτείες Αµερικής, κατέδειξε ότι οι άνδρες και οι γυναίκες εµπλέκονται στη λεκτική βία εναντίον των συζύγων/συντρόφων τους σχεδόν εξίσου. Η πιθανότητα εµφάνισης της συγκεκριµένης µορφής βίας, τείνει να µειώνεται ανάλογα µε την ηλικία και τον αριθµό των παιδιών στην οικογένεια και να αυξάνεται µε την κατάχρηση οινοπνευµατωδών ή/και άλλων ουσιών. Μεταξύ των άλλων, καταδείχτηκε ότι η λεκτική κακοποίηση προσοµοιάζει σε µεγάλο βαθµό µε τη σωµατική κακοποίηση, αν λάβει κανείς υπόψη συγκεκριµένες κοινωνικές και ψυχολογικές µεταβλητές. Υπό αυτό το πρίσµα, η λεκτική βία δεν αποτελεί αντικατάσταση της σωµατικής βίας˙ αντίθετα, µπορεί να θεωρηθεί ως τµήµα ενός δυσπροσαρµοστικού µοντέλου συµπεριφοράς, το οποίο είναι παραπλήσιο αυτού της σωµατικής κακοποίησης. H ψυχολογική κακοποίηση στις στενές σχέσεις µεταξύ ενηλίκων έχει oριστεί ως κάθε συµπεριφορά που µειώνει την αυτο-εκτίµηση και το αίσθηµα ασφάλειας ή αυτο-ελέγχου ενός συντρόφου. Επίσης, θεωρητικοποιείται µε βάση τις συνέπειές της, καθώς έχει υποστηριχτεί ότι αποτελεί την καθηµερινή διαντίδραση µε τον/την σύντροφο, η οποία κλονίζει την ψυχολογική, συναισθηµατική ή συµπεριφορική ικανότητα του θύµατος, άσχετα από το αν υπήρχε πρόθεση, ή αν το τελευταίο συνειδητοποιεί τις συνέπειες της συµπεριφοράς που υφίσταται. Αρκετές φορές διερευνάται ως φαινόµενο που επισυµβαίνει ταυτόχρονα µε τη σωµατική κακοποίηση, αν και έχει αναγνωριστεί ότι υπάρχουν πολυάριθµοι τρόποι να επικυριαρχήσει κανείς στο/στη σύντροφό του εκτός των βίαιων σωµατικών πράξεων. Παρά την περιορισµένη θεωρητικοποίηση της ψυχολογικής κακοποίησης, έχουν παραχθεί χρήσιµα ερευνητικά δεδοµένα αναφορικά µε τη συχνότητά της. Για παράδειγµα, έχει παρατηρηθεί ότι η ψυχολογική κακοποίηση συµβαίνει στην πλειονότητα των σχέσεων, στις οποίες υπάρχει σωµατική κακοποίηση, ενώ έχει. αναφερθεί ότι η ψυχολογική βία συνδέεται στενά µε την πιθανότητα βίαιων σωµατικών επιθέσεων. Εξάλλου, έχει υποδειχθεί ότι η πρώιµη εµφάνιση ψυχολογικής κακοποίησης τείνει να καταλήγει σε σωµατική κακοποίηση µέσα στα πρώτα χρόνια του γάµου. Εντούτοις, υπάρχει η παραδοχή σε άλλες έρευνες ότι η ψυχολογική κακοποίηση µπορεί να παρατηρηθεί σε σχέσεις όπου δεν έχει αναφερθεί σωµατική κακοποίηση και η δυναµική της πρώτης είναι δυνατόν στην πραγµατικότητα να αποκλίνει από τη δυναµική της τελευταίας. Έχει, επίσης, σηµειωθεί ότι ο «κύκλος βίας» που ενυπάρχει στη σωµατική κακοποίηση δεν παρουσιάζεται πάντα σε περιπτώσεις ψυχολογικής κακοποίησης, γεγονός το οποίο φανερώνει µάλλον µια γραµµική κλιµάκωση, παρά επαναλαµβανόµενους κύκλους έντασης και απεµπλοκής από την τελευταία. Ενώ οι γυναίκες που κακοποιούνται σωµατικά, γνωρίζουν ότι η βία εναντίον τους είχε ως στόχο να τις βλάψει, τα θύµατα ψυχολογικής βίας έχουν µεγαλύτερη δυσκολία στο να την αναγνωρίσουν ως κακοποίηση και κατά συνέπεια είναι λιγότερο ικανές στο να αµυνθούν ή να ανανήψουν από τις επιθέσεις ψυχολογικής υφής. Η ψυχολογική κακοποίηση διέπεται από κάποια κοινά χαρακτηριστικά τόσο στους ενήλικες, όσο και τα παιδιά. Τα σχήµατα και για τους δύο πληθυσµούς περιλαµβάνουν την απόρριψη, την ταπείνωση και τον εξευτελισµό, απειλές ή/και τροµοκράτηση, εκµετάλλευση ή/και χρήση «ανδρικών προνοµίων», καθώς και αποµόνωση. Παρά τις οµοιότητες που προαναφέρθηκαν στην ψυχολογική κακοποίηση των ενηλίκων και των παιδιών, υπάρχουν και σαφείς διαφορές, όπως η παθολογική ζήλεια, η οικονοµική στέρηση, η εξαιρετικά ελεγκτική συµπεριφορά και η κοινωνική αποµόνωση, συµπεριφορές που παρατηρούνται πρωταρχικά στις σχέσεις ενηλίκων και η παραµέληση της ιατρικής φροντίδας, της ψυχικής υγείας και της εκπαίδευσης, η οποία επισυµβαίνει αποκλειστικά στην ψυχολογική κακοποίηση των παιδιών. Η µελέτη που διεξήχθηκε από τo Ευρωπαϊκό Λόµπυ Γυναικών (European Women’s Lobby) σχετικά µε το σκοτεινό αριθµό ενδο-οικογενειακής βίας στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδεικνύει ότι η ενδο-οικογενειακή βία αποτελεί τη συχνότερη µορφή βίας κατά των γυναικών. Τα ποσοστά που παρουσιάζονται από τις χώρες που συµµετείχαν στη συγκεκριµένη έρευνα, είναι ενδεικτικά της ανησυχητικής διάστασης που έχει πάρει το φαινόµενο της βίας µέσα στην οικογένεια:

- Στην Ολλανδία (1989) το 13% των γυναικών που συµµετείχαν ως υποκείµενα στην έρευνα τη συγκεκριµένη χρονική περίοδο, ήταν θύµατα σεξουαλικής ή/και σωµατικής κακοποίησης.

− Στο Βέλγιο (1998), ο πλέον συχνός και επικίνδυνος δράστης ήταν ο σύντροφος, αναφορικά µε σοβαρές πράξεις βίας κατά των γυναικών (48,4%).

− Στη Φινλανδία (1998) το 22% των έγγαµων γυναικών, καθώς και αυτών που συζούσαν µε το σύντροφό τους, είχε δεκτεί βία ή απειλές από τον τελευταίο, ενώ το 9% είχαν υπάρξει θύµατα κατά το τελευταίο χρόνο.

Σύµφωνα µε άλλες µελέτες:

− Στην Πορτογαλία το 52,8% των γυναικών είχε υπάρξει θύµα βίας µε δράστη το σύζυγο/σύντροφό του, µε κύρια µορφή βίας την ψυχολογική κακοποίηση55.

− Στη Γαλλία (2001) 1.350.000 γυναίκες υπήρξαν θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας.

− Στη Ρωσία 13.000 γυναίκες δολοφονούνται ετησίως, µε δράστη το σύζυγο ή σύντροφό τους.

− Στη Νορβηγία 10.000 γυναίκες αναζητούν την παροχή ιατρικής βοήθειας, εξαιτίας τραυµατισµών που υπέστησαν από το σύζυγο/σύντροφό τους.

− Στο Ηνωµένο Βασίλειο, το 25% των γυναικών έχουν υποστεί σωµατική κακοποίηση από τον τωρινό ή τον πρώην σύζυγο/σύντροφό κάποια στιγµή της ζωής τους.

Η ψυχολογική κακοποίηση αναγνωρίζεται πλέον τόσο από τις καταγραφές των στατιστικών, όσο και από τις ίδιες τις γυναίκες, ως την πλέον συχνή και ύπουλη µορφή ενδο-οικογενειακής βίας.  Η έκταση του προβλήµατος στην Ευρώπη, κατέδειξε ότι κυρίως οι γυναίκες ήταν - σε συντριπτικό ποσοστό - τα θύµατα οικογενειακής βίας.

ΤΥΠΟΙ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ 1044

ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ-ΣΥΖΥΓΟΥ 75.8 %

ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝ∆ΡΑ-ΣΥΖΥΓΟΥ 1.1 %

ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙ∆ΙΩΝ 10.7 %

ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ 7.0 %

ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ Α∆ΕΛΦΩΝ 4.8 %

ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΠΙΘΕΣΗ 0.6 %

Αρχικά τα επεισόδια βίας ξεκινούν συνήθως µε λεκτικές αντιπαραθέσεις που βασίζονται σε διαφωνίες σχετικά µε τρέχοντα ζητήµατα της καθηµερινότητας του ζεύγους. Τα τρία κυριότερα θέµατα που αναφέρονταν από τις γυναίκες, ήταν η ζήλεια του συζύγου/συντρόφου τους, η οικονοµική διαχείριση και οι διαφορετικές προσδοκίες όσον αφορά στις οικιακές υποχρεώσεις των γυναικών. Η αντιπαράθεση για τα παραπάνω ζητήµατα, συνήθως ξεκινά από τον σύζυγο/σύντροφο. Η αντίδραση της γυναίκας στις λεκτικές αντιπαραθέσεις εστιάζεται στην προσπάθειά της είτε να πείσει µε λογικά επιχειρήµατα το σύζυγο/σύντροφο για τις θέσεις της, είτε να διευθετήσει µε εναλλακτικούς τρόπους τη διαφωνία, χωρίς να επέλθει η σύγκρουση. Ανεξάρτητα, ωστόσο, από την αντίδραση της γυναίκας, το ξέσπασµα του βίαιου επεισοδίου είναι σχεδόν αναπόφευκτο: το 70% των ερωτώµενων γυναικών ανέφεραν ότι σχεδόν πάντα ή συχνά, η διαφωνία κατέληγε σε επίθεση από το σύζυγο/σύντροφο. Οι συνηθέστερες µορφές σωµατικής βίας περιγράφονται στον ακόλουθο πίνακα:

ΜΟΡΦΕΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ∆ΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΒΙΑΙΩΝ ΕΠΕΙΣΟ∆ΙΩΝ

ΧΑΣΤΟΥΚΙ Ή ΣΠΡΩΞΙΜΟ

ΓΡΟΝΘΟΚΟΠΗΜΑ ΠΡΟΣΩΠΟΥ Ή ΣΩΜΑΤΟΣ

ΣΠΡΩΞΙΜΟ ΠΡΟΣ ΑΙΧΜΗΡΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

ΧΤΥΠΗΜΑ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΜΕ ΤΟ ΓΟΝΑΤΟ, Ή ΜΕ ΚΛΩΤΣΙΑ

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΝΙΓΜΟΥ Ή ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΣΜΟΥ

ΧΤΥΠΗΜΑ ΜΕ ΑΙΧΜΗΡΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ή ΜΕ ΟΠΛΟ

ΑΛΛΑ (ΒΙΑΣΜΟΣ, ∆ΑΓΚΩΜΑ).

Αναφορικά µε τον τρόπο αντίδρασης των γυναικών στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου τους, στη συγκεκριµένη έρευνα δεν καταγράφεται ανταποδοτική βία. Συγκεκριµένα, αναφέρεται ότι µόνο το 0,03% των γυναικών αντιδρούσε το ίδιο βίαια µε τον άνδρα σε κάθε επεισόδιο βίας, το 33% δεν χρησιµοποίησε ποτέ σωµατική βία εναντίον του συζύγου/συντρόφου, το 44% σπάνια το επιχείρησε, ενώ το υπόλοιπο 24% απάντησε το ίδιο βίαια σε ελάχιστες περιπτώσεις. Η συνηθέστερη αντίδραση των γυναικών ήταν η παθητική-αµυντική στάση απέναντι στην επίθεση του συζύγου/συντρόφου, ενώ συχνά εµφανιζόµενη είναι η διαµαρτυρία ή/και το ξέσπασµα σε κλάµατα της γυναίκας, τα οποία, όµως, τις περισσότερες φορές πυροδοτούσαν εντονότερα βίαιη συµπεριφορά. Τα τραύµατα που προκαλούνταν στις γυναίκες, καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα:

ΤΥΠΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΕΠΕΙΣΟ∆ΙΟ ΒΙΑΣ

ΜΩΛΩΠΕΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ Ή/ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

ΕΚ∆ΟΡΕΣ

ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ

ΚΟΨΙΜΑΤΑ

ΤΡΑΒΗΓΜΑ ΜΑΛΛΙΩΝ

ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ Ή ΣΠΑΣΜΕΝΑ ∆ΟΝΤΙΑ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΛΗΓΕΣ

ΑΠΟΒΟΛΕΣ

∆ΙΑΣΕΙΣΗ

Οι τραυµατισµοί πολύ συχνά απαίτησαν την ιατρική φροντίδα του θύµατος ή ακόµα και τη νοσηλεία του. Η φαρµακευτική αγωγή και η νοσηλεία κρίνονται απαραίτητες για το θύµα, αν η σωµατική κακοποίησή του απορρέει σε οξέα ή χρόνια ψυχολογικά προβλήµατα.

Όσον αφορά στην παρουσία τρίτων κατά την εξέλιξη των επεισοδίων βίας, η πλειοψηφία των γυναικών (59%) ανέφερε ότι τα παιδιά της οικογένειας ήταν παρόντα στα βίαια ξεσπάσµατα του συζύγου/συντρόφου, ενώ - εάν η βία µέσα στο γάµο/σχέση ήταν χρόνια – πολλαπλασιάζονταν οι πιθανότητες να παρίστανται αυτόπτες µάρτυρες των περιστατικών.

Η αντίδραση των παιδιών ήταν ανάλογη της ηλικίας τους: σε µικρή ηλικία συνήθως δεν αντιδρούσαν, ήταν φοβισµένα και συγχυσµένα ως προς το τι συνέβαινε, ενώ σε µεγαλύτερη ηλικία, παρενέβαιναν και αντιδρούσαν βίαια προς το δράστη, ή του επιτίθενταν λεκτικά.

Οι συγγενείς και οι φίλοι – όταν ήταν µάρτυρες των περιστατικών βίας – είτε δεν αντιδρούσαν καθόλου, είτε απλά προέτρεπαν το σύζυγο/σύντροφο να σταµατήσει. Η αντίδραση της γυναίκας-θύµατος βίας αµέσως µετά το επεισόδιο, συνήθως ήταν παθητική: παρέµενε στο σπίτι και προσπαθούσε να ηρεµήσει το δράστη. Επίσης, η συναισθηµατική της κατάσταση χαρακτηριζόταν από έντονη αναστάτωση, φόβο, ντροπή και θυµό. Ο τελευταίος ήταν τόσο εντονότερος, όσο βιαιότερο ήταν το ξέσπασµα βίας του συζύγου/συντρόφου της γυναίκας. Ωστόσο, η αντίδραση του θύµατος φαίνεται να διαφοροποιείται ποιοτικά µε το πέρασµα του χρόνου µετά τη βίαιη επίθεση του συζύγου/συντρόφου: το 88% ανέφερε ότι κάποια στιγµή εγκατέλειψαν το δράστη και την οικογένειά τους. Εντούτοις, η πλειοψηφία των γυναικών που φεύγουν από το σπίτι τους, επιστρέφει λόγω προσωπικών ή κοινωνικών παραγόντων, όπως η αρνητική εικόνα εαυτού, η έλλειψη οικονοµικών πόρων, η δυσχέρεια εύρεσης εργασίας, η δυσκολία ανατροφής των παιδιών και η πίεση από τρίτους να µην προχωρήσει το θύµα σε διαζύγιο. Η µόνη περίπτωση για το θύµα να εγκαταλείψει µόνιµα το δράστη, είναι η κακοποίηση (είτε υπό τη µορφή σωµατικής ή/και ψυχολογικής βίας, είτε υπό τη µορφή παραµέλησης) να γενικευτεί και εναντίον των παιδιών της οικογένειας. Αξίζει να σηµειωθεί ότι σε µεγάλο ποσοστό οι γυναίκες-θύµατα βίας στην οικογένεια, δεν καταγγέλλουν ή/και µιλούν σε τρίτους για τα περιστατικά καταχρηστικής συµπεριφοράς. Ακόµα και όταν αποφασίσουν να αναφέρουν ή/και να εκµυστηρευτούν τα επεισόδια βίας σε τρίτους, οι φορές που το κάνουν είναι σηµαντικά αντιστρόφως ανάλογες των περιπτώσεων που δέκτηκαν κακοποίηση. Όταν θα αποφασίσουν να αποκαλύψουν σε κάποιον ότι υφίστανται βία, συνήθως απευθύνονται σε άτοµα που θα τις παρέξουν υποστήριξη (φίλους, συγγενείς), χωρίς να χρειαστεί να δηµοσιοποιηθεί η κατάσταση που βιώνουν.  Αναφορικά µε τη χρήση και την κατάχρηση εξαρτησιογόνων ουσιών, οι έρευνες καταδεικνύουν ότι η σωµατική κακοποίηση επηρεάζεται αποφασιστικά από την κατάχρηση αλκοόλ ή/και ναρκωτικών. Συγκεκριµένα, η κατάχρηση αλκοόλ συνδέεται µε υψηλότερα ποσοστά κακοποίησης, αλλά η απλή χρήση του δεν συσχετίζεται άµεσα µε την άσκηση βίας στην πλειοψηφία των οικογενειώv. Η υπερβολική επιθετικότητα που εκλύεται µε την κατάχρηση αλκοόλ, ανάλογα µε τις θεωρητικές προσεγγίσεις που ερµηνεύουν το συσχετισµό βίας και αλκοόλ, είναι δυνατόν να οφείλεται:

α) στην άρση των αναστολών, η οποία απορρέει από την προκαλούµενη γνωστική αποδιοργάνωση του ατόµου και την αλληλεπίδραση των εναλλαγών της διάθεσης µε τις προσδοκίες του ατόµου σχετικά µε τις ικανότητες του αλκοόλ,

β) στην εκµάθηση της συµπεριφοράς του αλκοολικού µέσω της παρατήρησης, όπου η βίαιη συµπεριφορά δικαιολογείται και συγχωρείται αν επισυµβαίνει κατά τη διάρκεια χρήσης ή/και κατάχρησης αλκοόλ

γ) στην αλληλεπίδραση κοινωνικο-οικονοµικών και πολιτισµικών παραγόντων στη σχέση βίας και αλκοόλ, η οποία, ωστόσο, δεν είναι ντετερµινιστική. Η έρευνα των Kaufman-Kantor & Straus κατέδειξε ότι δεν υπήρξε κατανάλωση αλκοόλ στην πλειοψηφία (76%) των περιστατικών (δείγμα 6002 νοικοκυριά) αµέσως πριν τη σύγκρουση. Παρ’όλα αυτά, στο 24% των ζευγαριών του δείγµατος καταγράφηκε χρήση αλκοόλ κατά τη διάρκεια του περιστατικού, από τον ένα ή και από τους δύο συζύγους/συντρόφους:

Παράλληλα, σε έρευνα που διεξήχθηκε σε 180 γυναίκες-θύµατα ενδο- οικογενειακής βίας, παρουσιάζεται η συσχέτιση µεταξύ χρήσης/κατάχρησης αλκοόλ και ναρκωτικών µε τα επεισόδια βίας. Συγκεκριµένα, οι δράστες ενδο-οικογενειακής βίας που έκαναν χρήση/κατάχρηση εξαρτησιογόνων ουσιών διαχωρίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες

ΧΡΗΣΗ ΟΥΣΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ∆ΡΑΣΤΗ ΕΝ∆Ο-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

ΧΡΗΣΗ ΑΛΚΟΟΛ Ή ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

ΧΡΗΣΗ ΑΛΚΟΟΛ

ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

ΧΡΗΣΗ ΑΛΚΟΟΛ ΚΑΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

Η πολυπαραγοντική ανάλυση και ο έλεγχος των δηµογραφικών µεταβλητών, κατέδειξαν ότι η σωµατική κακοποίηση ήταν στατιστικά σηµαντικά υψηλότερη για τις γυναίκες, των οποίων ο σύζυγος/σύντροφος έκανε χρήση µόνο ναρκωτικών ουσιών, σε σύγκριση µε τους δράστες που έκαναν χρήση µόνο αλκοόλ. Τα αποτελέσµατα της έρευνας, συνάδουν µε τα αντίστοιχα που καταγράφηκαν σε έρευνα του Roberts: το 70% των δραστών βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ή/και αλκοόλ κατά τη διάρκεια του επεισοδίου βίας. Συγκεκριµένα, το 32% είχε κάνει χρήση µόνο ναρκωτικών ουσιών, το 17% είχε καταναλώσει µόνο αλκοόλ και το 22% είχε κάνει χρήση και των δύο εξαρτησιογόνων ουσιών. Όσον αφορά στη σύνδεση κακοποίησης στην παιδική ηλικία και µεταγενέστερης βίας, έρευνα που διεξήχθηκε στις Ηνωµένες Πολιτείες Αµερικής σε δείγµα 648 φοιτητριών ψυχολογίας, κατέδειξε µε σαφήνεια την έκταση του φαινοµένου της κακοποίησης από ερωτικό σύντροφο και, παράλληλα, τόνισε τον υψηλό βαθµό συσχέτισης µεταξύ κακοποίησης στην παιδική ηλικία και στην ενήλικη ζωή. Συγκεκριµένα, το 20,1% των γυναικών που ερωτήθηκαν ανέφεραν ότι έχουν δεκτεί κάποιου είδους παιδική κακοποίηση, το 52,3% αναφέρει κάποιας µορφής ανεπιθύµητη σεξουαλική επαφή κατά την ενήλικη ζωή και το 26,4% ανεπιθύµητη σεξουαλική πράξη. Το 25,9% αναφέρει τουλάχιστον ένα σοβαρό ή τουλάχιστον δύο λιγότερα σοβαρά περιστατικά σωµατικής κακοποίησης κατά την ενήλικη ζωή, ενώ πολύ υψηλά είναι και τα ποσοστά ψυχολογικής κακοποίησης. Οι γυναίκες µε ιστορικό παιδικής κακοποίησης εµφανίζεται να έχουν µεγαλύτερες πιθανότητες κακοποίησης ως ενήλικες από τον υπόλοιπο πληθυσµό. Η σύνδεση µεταξύ της παιδικής κακοποίησης και της αυξηµένης ευπάθειας σε κακοποίηση κατά την ενήλικη ζωή, υποδείκτηκε και σε παρόµοιες έρευνες: η επαναθυµατοποίηση (revictimization) µπορεί να επισυµβεί υπό τη µορφή σεξουαλικής επίθεσης, ψυχολογικής κακοµεταχείρισης ή σωµατικής κακοποίησης. Οι παράγοντες που είναι δυνατόν να αυξήσουν την ευπάθεια στην επαναθυµατοποίηση, µπορεί να είναι οι µαθηµένες δυσπροσαρµοστικές συµπεριφορές, πεποιθήσεις και στάσει3. Τα παραπάνω, µε τη σειρά τους, µπορεί να οδηγήσουν σε ακατάλληλη σεξουαλική συµπεριφορά στην ενήλικη ζωή, αποδοχή των µύθων περί βιασµού και των στερεοτύπων των ρόλων των δύο φύλων. Εξάλλου, έρευνες σε ενήλικες αναφορικά µε προηγούµενη κακοποίηση στην παιδική ηλικία, καταδεικνύουν ότι τα άτοµα που υπέστησαν κακοποίηση ως παιδιά, έχουν µεγαλύτερες πιθανότητες από τον υπόλοιπο πληθυσµό να δεχτούν σεξουαλική επίθεση ή να βιαστούν ως ενήλικες. Tα ίδια αποτελέσµατα υπέδειξαν έρευνες σχετικά µε την παιδική κακοποίηση και τη σχέση της µε µεταγενέστερη σωµατική κακοποίηση στην ενήλικη ζωή. Εξάλλου, η έρευνα της Kalmuss σε δείγµα 2.143 ενηλίκων, υπέδειξε ότι απαντάται κάποιου είδους σχέση µεταξύ της βίαιης επιθετικότητας στον έγγαµο βίο και των δύο τύπων επιθετικότητας που παρουσιάζεται στην οικογένεια καταγωγής: την έκθεση σε βίαιη συµπεριφορά και τη σωµατική βία που βιώνει το ίδιο το άτοµο. Τα ερευνητικά δεδοµένα παρουσίασαν ότι η παρατήρηση άσκησης βίας µεταξύ των γονέων συσχετίζεται ισχυρότερα µε την εµπλοκή σε βίαια περιστατικά στη µεταγενέστερη οικογενειακή ζωή από ό,τι το να υφίσταται κανείς σωµατική βία κατά την παιδική του ηλικία. Η πιθανότητα βίαιης συµπεριφοράς στην έγγαµη ζωή, αυξάνεται δραµατικά αν κανείς υπάρξει τόσο µάρτυρας σκηνών βίας µεταξύ των γονέων, όσο και θύµα σωµατικής κακοποίησης. Επιπρόσθετα, η διαµόρφωση της ενδο-οικογενειακής βίας δεν ορίζεται από το φύλο, αλλά από τους ρόλους των ατόµων, καθώς είτε η γυναίκα, είτε ο άνδρας µπορεί να εξελιχθούν είτε σε δράστες, είτε σε θύµατα στην ενήλικη ζωή. Παρόµοια ευρήµατα σηµειώνονται και σε έρευνα των Ulbrich & Huber µε δείγµα 2002 ενηλίκων και των δύο φύλων, όπου σηµειώνεται ότι η έκθεση σε σωµατική βία µεταξύ των γονέων στην οικογένεια καταγωγής, επηρεάζει περισσότερο τις στάσεις των ατόµων σχετικά µε την ανοχή της βίας κατά των γυναικών και λιγότερο τις στάσεις για τους ρόλους των δύο φύλων. Η εκµάθηση της βίαιης συµπεριφοράς µέσω της παρατήρησης επισηµαίνεται και σε έρευνα των Seltzer & Kalmuss, όπου αναφέρεται ότι τα άτοµα µαθαίνουν πως η σωµατική βία µεταξύ των µελών της οικογένειας είναι αποδεκτή, καθώς τη βιώνουν ή/και εκτίθενται σε αυτήν κατά την παιδική ή εφηβική τους ηλικία. Με αυτόν τον τρόπο, ενσωµατώνουν τη βία στη συµπεριφορά που υιοθετούν στις µετέπειτα στενές τους σχέσεις στην ενήλικη ζωή. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι η έκθεση σε βία στην οικογένεια καταγωγής ή/και η σωµατική κακοποίηση, συσχετίζονται σηµαντικότερα µε τη µεταγενέστερη βία στην ενήλικη ζωή από ό,τι οι στρεσογόνες εµπειρίες ή ακόµη η χρόνια οικονοµική δυσχέρεια. Οι συνέπειες της κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία, η παρουσία των παιδιών σε σκηνές βίας µεταξύ των γονέων, ο κίνδυνος καταχρηστικής συµπεριφοράς στην ενήλικη ζωή και η πιθανότητα κατάχρησης αλκοόλ ως απόρροια των παραπάνω, παρουσιάζονται και σε έρευνα των Caetano, Field & Nelson79, στην οποία εξετάστηκε δείγµα 3270 Καυκασιανών, Μαύρων και Λατίνων. Τα ευρήµατα της έρευνας, έρχονται σε συµφωνία µε παρόµοια ευρήµατα, όπου αναφέρεται ότι τα παιδιά που είναι µάρτυρες βίας µεταξύ των γονέων τους, έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν επιθετική συµπεριφορά ή ψυχοπαθολογία, από ό,τι τα παιδιά που δεν έχουν ανάλογες εµπειρίες. Σχετικά µε το βαθµό απόδοσης ευθυνών για τα περιστατικά ενδο- οικογενειακής βίας κατά των γυναικών, οι Brewin & Andrews αναφέρουν ότι ο εστιασµός της ευθύνης διαφέρει ανάλογα µε την οικογενειακή κατάσταση των γυναικών-θυµάτων: οι γυναίκες που συζούσαν µε το βίαιο σύζυγο/σύντροφο την περίοδο που διεξήχθηκε η έρευνα, ανέφεραν µεγαλύτερο ποσοστό αυτο- ενοχοποίησης, ενώ οι γυναίκες που βρίσκονταν σε διάσταση ή είχαν χωρίσει από το σύζυγο/σύντροφο µε την καταχρηστική συµπεριφορά, είχαν την τάση να µέµφονται περισσότερο τον τελευταίο, παρά τον εαυτό τους για την εµφάνιση βίας. Αναφορικά µε την απόφαση των γυναικών-θυµάτων να εγκαταλείψουν µια βίαιη σχέση, τα ερευνητικά δεδοµένα δεικνύουν ότι ένας από τους βασικούς λόγους που η γυναίκα δεν αποµακρύνεται από το βίαιο σύζυγο/σύντροφο, είναι ότι αξιολογεί τη σχέση της µε τέτοιο τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιεί τη σηµασία και το χαρακτήρα της κακοποίησης: επί παραδείγµατι, µπορεί να επικεντρώνεται στις ανταµοιβές ή επιβραβεύσεις που παρέχει η σχέση περισσότερο, από ό,τι στις (συναισθηµατικές ή άλλες) ζηµίες που επιφέρει, ή ακόµα να συγκρίνει την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται, µε άλλες χειρότερες και να κρίνει ότι είναι σε πλεονεκτικότερη θέση. Έρευνα των Strube & Barbour σε δείγµα 251 κακοποιηµένων γυναικών κατέδειξε ότι οι γυναίκες που τελικά εγκατέλειψαν τη βίαιη σχέση, τελούσαν υπό το καθεστώς πλήρους απασχόλησης, βρίσκονταν για µικρότερο χρονικό διάστηµα στη σχέση, δεν ήταν Καυκασιανοί και είχαν ενεργοποιήσει περισσότερες τεχνικές αντιµετώπισης για την άµβλυνση της κακοποίησης από τις γυναίκες που δεν χώριζαν. Αντίθετα, οι γυναίκες που παρέµεναν στη βίαιη σχέση, ανέφεραν ότι αγαπούσαν το σύζυγο/σύντροφό τους, είχαν οικονοµικές δυσχέρειες, πίστευαν ότι δράστης θα άλλαζε, ή δεν είχαν πού να στραφούν αν εγκατέλειπαν το βίαιο σύζυγο/σύντροφο83.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΤΗ ΒΙΑΙΗ ΣΧΕΣΗ

∆ΙΑΡΚΕΙΑ ΣΧΕΣΗΣ (ΕΤΗ)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (ΈΓΓΑΜΕΣ)

ΦΥΛΗ (ΚΑΥΚΑΣΙΑΝΕΣ)

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛ.)

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΑΙ∆ΙΩΝ

Ιδιαίτερα αναλυτική και διαφωτιστική τόσο ως προς τον επιπολασµό µορφών της ενδο-οικογενειακής βίας, όσο και ως προς τα επιµέρους χαρακτηριστικά του φαινοµένου, παρουσιάζεται η έρευνα του Home Office που διεξήχθηκε στην Αγγλία και την Ουαλία, σε δείγµα 10.844 υποκειµένων ηλικίας 16 έως 59 ετών και των δύο φύλων. Το 4,9% των ανδρών και το 5,9% των γυναικών που συµµετείχαν στην έρευνα, ανέφεραν ότι έχουν δεκτεί σωµατική επίθεση ή/και απειλές. Οι γυναίκες είχαν διπλάσια ποσοστά από τους άνδρες τραυµατισµού από το σύντροφό τους κατά το τελευταίο έτος και τριπλάσια αναφορικά µε τις εκφοβιστικές απειλές. Επίσης, ήταν περισσότερο πιθανό για αυτές να έχουν δεκτεί επίθεση τρεις ή περισσότερες φορές. Το 23% των γυναικών και το 15% των ανδρών ηλικίας µεταξύ 16 και 59 ετών επεσήµαναν ότι έχουν υποστεί σωµατική επίθεση από τον τρέχοντα ή κάποιον πρώην σύντροφό τους κάποια στιγµή στη ζωή τους. Τα ποσοστά αυτά αυξάνονται σε 26% και 17% αντίστοιχα, όταν πρόκειται για απειλές. Επιπρόσθετα, µεγαλύτερος κίνδυνος για ενδο-οικογενειακή βία υφίσταται για τα άτοµα κάτω των 25 ετών και για τα άτοµα που βρίσκονται σε δυσχερή οικονοµική κατάσταση.

Αναφορικά µε τις γυναίκες, ο κίνδυνος ήταν ιδιαίτερα υψηλός για όσες είναι χωρισµένες από το σύζυγό τους. Το 50% των θυµάτων ανέφεραν ότι έχουν µιλήσει σε κάποιον για την πλέον πρόσφατη επίθεση που δέκτηκαν και κυρίως σε κάποιο φίλο, γείτονα ή συγγενή. Η αστυνοµία ήταν ο επόµενος φορέας, στον οποίο αναφερόταν το περιστατικό, ενώ ακολουθούσε σε συχνότητα το ιατρικό προσωπικό ενός νοσοκοµείου. Το κοινωνιοδηµογραφικό προφίλ των θυµάτων της ενδο-οικογενειακής βίας στην έρευνα του Home Office παρουσιάζεται ως εξής:

• ΦΥΛΟ: Το 4,2% και των δύο φύλων ανέφεραν επίθεση κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, αλλά οι πιθανότητες σοβαρής επίθεσης αφορούσαν κυρίως στις γυναίκες.

• ΗΛΙΚΙΑ: Τα άτοµα κάτω των 25 ετών βρίσκονται σε µεγαλύτερο κίνδυνο. Το 13% των γυναικών και το 9% των ανδρών µεταξύ 19 και 24 ετών, ανέφεραν επίθεση από το/τη σύντροφό τους κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Αν και ο κίνδυνος για κακοποίηση µειώνεται µε την ηλικία, εντούτοις δεν εξαλείφεται. Τόσο για τους άνδρες, όσο και για τις γυναίκες, περίπου το 1% των ατόµων ηλικίας άνω των 45 είχε δεκτεί πρόσφατη επίθεση.

• ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Οι γυναίκες που εργάζονταν εκτός του σπιτιού τους είχαν µικρότερες πιθανότητες κακοποίησης. Αναφορικά µε τους άνδρες, εκείνοι που εργάζονταν υπό το καθεστώς της µερικής απασχόλησης, είχαν υψηλότερο κίνδυνο να δεκτούν επίθεση.

• ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Τα άτοµα που βρίσκονταν σε οικονοµική δυσχερή κατάσταση, ήταν σε µεγαλύτερο κίνδυνο ενδο-οικογενειακής βίας – το 10% των γυναικών και το 12% των ανδρών είχε δεκτεί επίθεση κατά το τελευταίο χρόνο.

• ΠΑΙ∆ΙΑ: Γενικά, οι γυναίκες που είχαν παιδιά, ανήκαν στην οµάδα υψηλού κινδύνου για ενδο-οικογενειακή βία και ειδικότερα οι γυναίκες µεταξύ 30 και 59 ετών. Το 50% των γυναικών που υπήρξαν θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας κατά τον τελευταίο χρόνο, συµβιούσαν µε παιδιά κάτω των 16 ετών. Ρωτήθηκαν αν τα παιδιά είδαν ή άκουσαν τι συνέβη κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Συνολικά, το 29% των ερωτωµένων ανέφερε ότι τα παιδιά είχαν πλήρη επίγνωση των τεκταινόµενων και ήταν περισσότερο συχνά αυτόπτες µάρτυρες της βίας, όταν η γυναίκα ήταν χρόνιο θύµα επαναλαµβανόµενης βίας.

• ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ: Μεταξύ των γυναικών, οι πιθανότητες ενδο-οικογενειακής βίας δεν διέφεραν σηµαντικά. Ο κίνδυνος θυµατοποίησης ήταν µεγαλύτερος για τους λευκούς άνδρες (4%) και τους µαύρους άνδρες (3%), σε σύγκριση µε τους Ασιάτες (2%).

• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Οι εν διαστάσει ή οι διαζευγµένες γυναίκες από το σύντροφο/συζυγό τους, βρίσκονταν σε πολύ µεγαλύτερο κίνδυνο από τις υπόλοιπες (22%). Το µικρότερο ποσοστό κινδύνου θυµατοποίησης µέσα στην οικογένεια, παρουσιάστηκε στις έγγαµες και στις γυναίκες που συζούσαν (2% και 3% αντίστοιχα).

• ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΓΕΙΑΣ: Περισσότερο από το 10% των γυναικών µεταξύ 16 και 29 ετών µε κάποια χρόνια ασθένεια, δήλωσαν πως υπέστησαν βία κατά το τελευταίο έτος.

• ΑΛΚΟΟΛ ΚΑΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ: Τα θύµατα της ενδο-οικογενειακής βίας παρουσίασαν πολύ µεγαλύτερα ποσοστά κατανάλωσης αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών από τα µη-θύµατα.

ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ

ΣΠΡΩΞΙΜΟ

ΤΡΑΒΗΓΜΑ

ΧΤΥΠΗΜΑ

ΓΡΟΝΘΟΚΟΠΗΜΑ

ΡΙΨΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ

ΒΙΑΣΜΟΣ

ΠΝΙΓΜΟΝΗ

ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΣΜΟΣ

Στην ίδια έρευνα, αναφέρθηκε ότι το 41% των θυµάτων τραυµατίστηκαν κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Συνηθέστερα, µεγαλύτερες πιθανότητες τραυµατισµού είχαν οι γυναίκες (47%), παρά οι άνδρες (31%). Οι πλέον κοινές µορφές τραυµατισµού ήταν:

ΤΥΠΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΥ

ΜΩΛΩΠΕΣ

ΓΡΑΤΖΟΥΝΙΕΣ

ΚΟΨΙΜΑΤΑ

ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ

Έρευνα που διεξήχθηκε στην Αυστραλία µε δείγµα 6332 γυναικών85, κατέδειξε ότι ο κίνδυνος θυµατοποίησης από ενδο-οικογενειακή βία, σχετίζεται µε συγκεκριµένα δηµογραφικά στοιχεία, όπως η µόρφωση, το εισόδηµα, η εθνικότητα, ο αριθµός και η ηλικία των παιδιών της οικογένειας, η οικογενειακή κατάσταση και η ηλικία της γυναίκας. Επίσης, αναφέρεται ότι άλλα κοινωνιοδηµογραφικά χαρακτηριστικά, όπως η επαγγελµατική κατάσταση, δεν επηρεάζουν σηµαντικά τη πιθανότητα θυµατοποίησης αν συνυπολογιστούν και άλλοι παράγοντες.

3.1. Χαρακτηριστικά του δράστη και του θύµατος ενδο-οικογενειακής βίας

Η πληθώρα των ερευνών σχετικά µε την ενδο-οικογενειακή βία, δεικνύουν συγκεκριµένα χαρακτηριστικά της κακοποιηµένης γυναίκας, τα οποία δυνητικά αυξάνουν τον κίνδυνο επαναλαµβανόµενης και συστηµατικής κακοποίησής της. Συγκεκριµένα, αναφέρεται ότι οι γυναίκες που υφίστανται καταχρηστική συµπεριφορά, χαρακτηρίζονται από ελλιπή αυτο-εκτίµηση, η οποία απορρέει από την αποδοχή και ενσωµάτωση των αποδοµένων σε αυτές (από το περιβάλλον) χαρακτηριστικών της ανεπάρκειας και της ανικανότητας. Eξάλλου, εµφανίζονται να µην έχουν επαρκώς ανεπτυγµένη την ικανότητα να ασκήσουν έλεγχο στη ζωή τους και να πάρουν δραστικά µέτρα για να τη βελτιώσουν. Επιπρόσθετα, έχουν υποστεί οι ίδιες κακοποίηση ή έχουν υπάρξει µάρτυρες κακοποίησης της µητέρας τους κατά την παιδική τους ηλικία, γεγονός που τις οδηγεί στην αποδοχή του ρόλου του θύµατος. Μεταξύ των άλλων, έχουν ανεπτυγµένο το αίσθηµα της ντροπής, µε αποτέλεσµα να αποκρύπτουν τόσο τα σωµατικά, όσο και τα ψυχολογικά τους τραύµατα και να αποκλείονται κοινωνικά ή/και να αποσύρονται συναισθηµατικά. Παράλληλα, δεν έχουν στη διάθεσή τους τα κατάλληλα εκπαιδευτικά, οικονοµικά, ή ακόµα και ψυχολογικά εφόδια που θα τις επέτρεπαν να ξεφύγουν από την καταχρηστική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται. Επίσης, είναι πλήρως εξαρτηµένες από το σύζυγο/σύντροφο και (κατά συνέπεια) παρουσιάζονται πρόθυµες να υποστούν οποιαδήποτε σοβαρή προσβολή ή βλάβη, προκειµένου να ικανοποιήσουν τις υπάρχουσες ανάγκες τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, παρουσιάζουν έλλειψη επαρκούς επικοινωνιακής ικανότητας, ώστε να διεκδικήσουν τα δικαιώµατά τους, ή να εξωτερικεύσουν τα συναισθήµατά τους. Εξάλλου, λειτουργούν µέσα στη σχέση µε βάση την εξιδανικευµένη εικόνα τους για το πώς θα έπρεπε να είναι η τελευταία και, κατά κάποιο τρόπο, πιστεύουν ότι θα µπορούσαν να «αλλάξουν» το σύζυγο/σύντροφό τους. Τέλος, έχουν εσωτερικεύσει στερεοτυπικούς ρόλους των φύλων, µε συνέπεια να αισθάνονται ένοχες αν προσπαθήσουν να αµφισβητήσουν και να αποκολληθούν από την άκαµπτη πατριαρχική δοµή. Σε αυτήν την προοπτική, οι γυναίκες εκπαιδεύονται από νωρίς – εξαιτίας των υπαρχουσών κοινωνικών αντιλήψεων και πρακτικών – να είναι καλές σύζυγοι και καλές µητέρες, καθώς η σηµαντικότητα και η βαρύτητα του γάµου τονίζεται και διαιωνίζεται (διαφορετικά για το κάθε φύλο) µέσω της πολιτισµικής κληρονοµιάς της κάθε κοινωνίας. Βάσει αυτού του προτύπου, οι γυναίκες οφείλουν να «υπηρετούν» τους άνδρες, να καλύπτουν τις ανάγκες τους και να επιµελούνται τον οίκο τους, ενώ οι άνδρες έχουν ως καθήκον να είναι «εργατικοί» και να προσκοµίζουν στην οικογένεια τα απαραίτητα προς το ζην. Έτσι, αν δεν ανταποκριθούν µε πλήρη αποτελεσµατικότητα στα κοινωνικά στερεοτυπικά πρότυπα, οι ίδιες νιώθουν ενοχές και σε ένα µεγάλο ποσοστό υπεύθυνες για τις βίαιες αντιδράσεις του άνδρα-συζύγου/συντρόφου τους, από τον οποίο δεν προσδοκούν πλέον την επιβράβευση, αλλά την τιµωρία, εφόσον δεν εκτέλεσαν ορθά το καθήκον τους. Οι συµπεριφορές αυτές δεν προσδιορίζουν µόνο την επιθυµία ή τις προσδοκίες των δύο φύλων για τη σηµασία που αποδίδεται στο γάµο ως κοινωνική συνθήκη, αλλά κυρίως την άρρητη απαίτηση και για τα δύο φύλα να συµπεριφέρονται σύµφωνα µε τις καθεστηκυίες αρχές που τον διέπουν. Αποτέλεσµα αυτού, είναι η ταυτότητα των ατόµων να συνδέεται άµεσα και άρρηκτα µε τον κοινωνικά προκαθορισµένο προσανατολισµό των δύο φύλων. Σηµαντική, επίσης, κρίνεται η αδυναµία τους να διαχωρίσουν τη σεξουαλική πράξη από τον έρωτα και την αγάπη, µε αποτέλεσµα να θεωρούν ότι τα παραπάνω συναισθήµατα εκφράζονται και εκδηλώνονται µόνο µέσω έντονων σεξουαλικών σχέσεων. Ενώ συµπεριφορές του συντρόφου που απεικονίζουν εξευτελισµό, εκφοβισµό, απειλές και αποµόνωση, θα έπρεπε να θεωρηθούν ως ψυχολογική κακοποίηση, ότι συµπεριφορές που υποθετικά ταιριάζουν στις κοινωνικές ιδέες του «ροµαντικού έρωτα», δεν θα θεωρηθούν από τις γυναίκες ως καταχρηστική συµπεριφορά. Η κακοποίηση προκαλεί στις γυναίκες-θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας, φόβο, θυµό και απογοήτευση. Τα ερευνητικά δεδοµένα αποκαλύπτουν ότι αµέσως µετά την καταχρηστική συµπεριφορά, τα θύµατα βιώνουν έντονα το αίσθηµα της ανικανότητας, ενώ το άγχος και το καταθλιπτικό συναίσθηµα συνήθως σχηµατίζονται. Η αντίληψη περί διαχείρισης του οίκου φαίνεται να έχει τις ρίζες της στους κλασικούς χρόνους. Τα καθήκοντα και τα δικαιώµατα διαµοιράζονται έτσι, ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν ορθότερη διατήρηση του οίκου: ο άνδρας έχει ως αρµοδιότητες αυτά που δεν µπορεί να κάνει η γυναίκα, ενώ η τελευταία εκτελεί τις δουλειές που δεν έγκεινται στη δικαιοδοσία του άνδρα. Ο άνδρας οφείλει, για τις δουλειές του να είναι εκτός οικείας, ενώ η γυναίκα οφείλει να παραµένει σε αυτήν. H αποτυχία της γυναίκας να καλύψει τις ανάγκες του συζύγου/συντρόφου της, χρησιµοποιείται αρκετές φορές και από τον ίδιο τον άνδρα, ως εξήγηση της βίαιης συµπεριφοράς του. Η αδυναµία πραγµατοποίησης των επιθυµιών του άνδρα, κατά κάποιον τρόπο βιώνεται από τον ίδιο ως απειλή της εικόνας του εαυτού του ως αρχηγού της οικογένειας. Στις κακοποιηµένες γυναίκες το αίσθηµα ανικανότητας καταγράφεται ως «επίκτητη αδυναµία», ενώ ο Gerow ορίζει την τελευταία ως «µια συνθήκη, στην οποία το υποκείµενο δεν επιχειρεί να ξεφύγει από µια οδυνηρή ή επιβλαβή κατάσταση, αφού έχει µάθει από µια παρόµοια κατάσταση στο παρελθόν ότι η διαφυγή είναι αδύνατη».

Η επίκτητη αδυναµία εντοπίζεται σε τρεις κυρίως συνιστώσες:

α) στα αισθήµατα απογοήτευσης, κατάθλιψης και αδυναµίας,

β) στην άµβλυνση της ικανότητας επίλυσης προβληµάτων της καθηµερινότητας και

γ) στη σταδιακή µείωση επαρκούς αντίδρασης, η οποία οδηγεί σε παθητικότητα της γυναίκας.

Αναφορικά µε τα χαρακτηριστικά των ανδρών που χρησιµοποιούν βία εναντίον των συντρόφων τους, υποστηρίζεται ότι οι τελευταίοι αναπτύσσουν υπερβολικά εξαρτητικές σχέσεις µε τους σηµαντικούς Άλλους. Η υπέρµετρη εξαρτητικότητα στις στενές σχέσεις, συµβάλλει στη δυναµική της εµφάνισης της ενδο- οικογενειακής βίας. Οι άνδρες που ασκούν βία στη σχέση, είναι συχνά αµφιθυµικοί και αγχώδεις απέναντι στην οικειότητα µε τη σύντροφο: ταυτόχρονα επιθυµούν και φοβούνται τη συναισθηµατική αλληλεγγύη, βιώνουν έντονες µαταιώσεις και άγχος σχετικά µε την αυτονοµία της τελευταίας. Η πιεστική συµπεριφορά εκ µέρους του συζύγου είναι δυνατόν να εξαλείψει την αίσθηση αυτονοµίας της συντρόφου του, περιορίζοντας τα κοινωνικά υποστηρικτικά δίκτυά της και τις εναλλακτικές της σχέσεις (φίλοι, συνεργάτες, συγγενείς, κλπ), περιστέλλοντας τις δραστηριότητές της εντός του σπιτιού και ελέγχοντας την πρόσβασή της στα οικονοµικά, στη µόρφωση και την εργασία. Εξάλλου, οι άνδρες που χρησιµοποιούν βία µέσα στην οικογένεια φαίνεται να επικεντρώνονται στη σύντροφο για την κάλυψη οποιασδήποτε συναισθηµατικής τους ανάγκης. Παράλληλα, έχει υποστηριχθεί ότι η ζήλεια και η χαµηλή αυτο- εκτίµηση των ανδρών, πυροδοτούν τη βίαιη συµπεριφορά τους. Η χρήση βίας εναντίον της αδυναµότερης (υπό το πρίσµα της φυσιολογίας) γυναίκας, τούς παρέχει ικανοποίηση εν είδει αντικατάστασης και αναπλήρωσης για το οποιοδήποτε αίσθηµα  αδυναµίας άσκησης ελέγχου που βιώνουν σε άλλους τοµείς της ζωής τους. Εντούτοις, η χαµηλή αυτο-εκτίµηση επιδεινώνεται από την καταχρηστική συµπεριφορά που επιδεικνύουν. Παράλληλα, οι Barnett & Hamberger σε έρευνά τους αναφέρουν ότι οι άνδρες που επιδεικνύουν καταχρηστική συµπεριφορά, παρουσιάζουν διαφορές από τους µη βίαιους άνδρες αναφορικά µε την οικειότητα, την παρορµητικότητα, την ικανότητα επίλυσης προβληµάτων και την προσαρµογή. Άλλες έρευνες που βασίζονται στη φεµινιστική και κοινωνικο-πολιτισµική προσέγγιση, έχουν συχνά υποδείξει ότι υπάρχει ισχυρή σχέση µεταξύ των στάσεων απέναντι στην αποδοχή της ενδο-οικογενειακής βίας και της ίδιας της βίαιης πράξης. Επιπρόσθετα, έχει υποστηρικτεί ότι η επιδοκιµασία της βίας και το στρες µέσα στο γάµο, καθώς και η ανισότητα των ρόλων των δύο φύλων, διαδραµατίζουν σηµαντικό ρόλο αναφορικά µε την παρουσία σοβαρής ενδο-οικογενειακής βίας• οι ίδιοι οι άνδρες που παρουσιάζουν καταχρηστική συµπεριφορά απέναντι στις συζύγους τους, πιστεύουν ότι είναι αποδεκτό να έχουν τέτοια συµπεριφορά µέσα στο γάµο, εποµένως µεταβλητές, όπως η καταγωγή, η κοινωνική τάξη, η εξουσία στη σχέση, η οικογενειακή κατάσταση ή η χρήση αλκοόλ, παίζουν λιγότερο σηµαντικό ρόλο από ό,τι οι ίδιες οι στάσεις. Η εµφάνιση της ενδο-οικογενειακής βίας φαίνεται να συνδέεται και µε υψηλότερα επίπεδα επιθετικότητας, η εξοικείωση µε την επιθετικότητα είναι δυνατόν να ενθαρρύνει την αποδοχή της βίας εναντίον των συντρόφων, καθώς σε αρκετές πρακτικές της κοινωνίας, η βία είναι σχεδόν θεσµοθετηµένη (για παράδειγµα, το να δέρνει κανείς τα παιδιά του ως µέσο τιµωρίας). Εξάλλου, αρκετοί άνδρες χρησιµοποιούν τη βία κατά της συζύγου/συντρόφου τους ως µέσο αντισταθµιστικό για τα αισθήµατα αποστέρησης, θυµού, ή ακόµα και για τις ψυχοπιεστικές καταστάσεις που βιώνουν στο χώρο εργασίας τους. Με αυτόν τον τρόπο, επανακτούν την αυτο-εκτίµησή τους και την αίσθηση σηµαντικότητας και αυταξίας που προσβάλλονται στο επαγγελµατικό τους περιβάλλον, χρησιµοποιώντας ουσιαστικά τη βία ως µηχανισµό άµυνας εναντίον των καταστροφικών συνεπειών του τελευταίου στους ίδιους. Επιπρόσθετα, έχει υποστηριχτεί ότι οι άνδρες που εργάζονται σε διαρθρωτικά βίαια περιβάλλοντα εργασίας, είναι πιθανόν αµφιθυµικοί σχετικά µε την αποδοχή ή την απόρριψη της ιεραρχίας και του ελέγχου. Οι ίδιοι υφίστανται τον έλεγχο και την εξουσία του περιβάλλοντος και παράλληλα – εντασσόµενοι σε ένα τέτοιο πλαίσιο και προσαρµοζόµενοι σε αυτό - το αναπαράγουν στην οικογένειά τους. Το παράδοξο είναι ότι η διαρθρωτική βία σε συγκεκριµένα περιβάλλοντα θεωρείται αποδεκτή και µερικές φορές επιβραβεύεται, ενώ η βία στην οικογένεια θεωρείται όλο και περισσότερα αποδοκιµαστέα και επιλήψιµη συµπεριφορά, οπότε και τιµωρητέα. Είναι, προφανώς, αυτή ακριβώς η παραδοξολογία που δηµιουργεί την αµφιθυµία στον άνδρα και διαιωνίζει κατά κάποιον τρόπο τη βίαιη συµπεριφορά που παρατηρείται σε συγκεκριµένες κοινωνικές δοµές και στους κόλπους της οικογένειας.

3.2. Παράγοντες υψηλού κινδύνου

Η βιβλιογραφική επισκόπηση των ερευνών που διεξήχθησαν αναφορικά µε την ενδο-οικογενειακή βία, καταδεικνύει συγκεκριµένους δείκτες-παράγοντες που φαίνεται να ενοχοποιούνται σε κάποιο βαθµό για την εµφάνιση ή την κλιµάκωση της καταχρηστικής συµπεριφοράς:

1. Η γεωγραφική αποµόνωση της οικογένειας διαδραµατίζει σηµαντικό ρόλο στην κακοποίηση, καθώς το θύµα δεν έχει στη διάθεσή του υποστηρικτικά δίκτυα, µε συνέπεια ο δράστης να µπορεί εύκολα να έχει υπό τον έλεγχό του την κατάσταση.

2. Η υπερβολική συναισθηµατική εξάρτηση από το σύζυγο/σύντροφο οδηγεί το θύµα σε κοινωνική αποµόνωση, καθώς προσδοκά ότι όλες της οι ανάγκες θα ικανοποιηθούν από τον πρώτο και κατά συνέπεια δεν έχει τη δυνατότητα να στραφεί σε σηµαντικούς Άλλους όταν θα υποστεί κακοποίηση.

3. Η οικονοµική δυσπραγία της γυναίκας την καθιστά εξαρτηµένη από το σύζυγο/σύντροφο, µε αποτέλεσµα να θεωρείται αρκετές φορές από τον τελευταίο ως «ιδιοκτησία» του.

4. Τα χρόνια ιατρικά προβλήµατα, είτε για τη γυναίκα, είτε για τα παιδιά, είναι παράγοντας ευπάθειας, υπό την έννοια ότι συνεπάγονται υπερµέγεθες οικονοµικό και συναισθηµατικό βάρος για την οικογένεια.

5. Η έλλειψη ικανοτήτων διαπαιδαγώγησης και φροντίδας των παιδιών και η σύγκρουση των γονεϊκών ρόλων είναι δυνατό να οδηγήσουν σε δυσάρεστες καταστάσεις, οι οποίες ξεκινούν ως ελάσσονος σηµασίας πειθαρχικά προβλήµατα και κλιµακώνονται σε βία µέσα στην οικογένεια.

6. Η εγκυµοσύνη είναι δυνατόν να σηµατοδοτήσει οξείες κρίσεις που µπορεί να καταλήξουν σε καταχρηστική συµπεριφορά, είτε πρόκειται για την κυοφορία ενός ανεπιθύµητου παιδιού, είτε για το επερχόµενο άγχος για τη φροντίδα του και την κάλυψη των αναγκών του, είτε για την πυροδότηση ζήλειας στο σύντροφο, εξαιτίας της µεγάλης προσοχής που δίνει η γυναίκα στο παιδί.

7. Μια σειρά προβληµάτων φαίνεται να ενοχοποιείται για την εµφάνιση καταχρηστικής συµπεριφοράς: η ηλικία και ο αριθµός των παιδιών, η παρουσία προγονών, κάποιος θάνατος, η απιστία, η αλλαγή επαγγελµατικής καριέρας, ή ακόµα και η εγκατάλειψη, συσχετίζονται µε τη δυσλειτουργία στην οικογένεια, η οποία, µε τη σειρά της, οδηγεί στη βία.

8. Η κατάχρηση εξαρτησιογόνων ουσιών θεωρείται αιτιολογικός παράγοντας αναφορικά µε την πρόκληση οικονοµικών και συναισθηµατικών προβληµάτων στην οικογένεια. Σε κάποιες οικογένειες που υπάρχει εξάρτηση από ουσίες, η βία αποτελεί συχνά απαντώµενη συµπεριφορά, ενώ η ίδια η εξάρτηση χρησιµοποιείται ως δικαιολογία για την κακοποίηση, η οποία απαγορεύεται από τις κοινωνικές νόρµες και αξίες.

9. Η µορφωτική ή/και η επαγγελµατική ανισότητα µεταξύ των συζύγων/συντρόφων, παρουσιάζεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εµφάνιση βίας. Στην περίπτωση που η γυναίκα υπερέχει του άνδρα στα παραπάνω, είναι δυνατόν να αναδυθούν αισθήµατα ανεπάρκειας και ανικανότητας στον άνδρα, ο οποίος προσλαµβάνει τη διαφορά ως ένδειξη αδυναµίας να είναι ο ίδιος επικεφαλής της οικογένειας. Η έρευνα των Hornung, McCullogh & Sugimoto, καταδεικνύει ότι η ανισότητα στην εκπαίδευση και στην επαγγελµατική ενασχόληση, πυροδοτεί την καταχρηστική συµπεριφορά στο ζεύγος, η οποία εµφανίζεται κυρίως µε τη µορφή της ψυχολογικής βίας και λιγότερο (εντούτοις, σε ένα σηµαντικό ποσοστό) µε τη µορφή της σωµατικής βίας και της απειλής κατά της ζωής.

10. Η ηλικία φαίνεται να είναι ένας από τους πλέον σταθερούς παράγοντες κινδύνου αναφορικά µε την εµφάνιση καταχρηστικής συµπεριφοράς. Περίπου το 20% των ανδρών ηλικίας 18-25 ετών και το 17% των ανδρών ηλικίας 26- 35 ετών, έχει τουλάχιστον µία φορά ασκήσει οποιασδήποτε µορφής βία κατά της συζύγου/συντρόφου του τον τελευταίο χρόνο. Επιπρόσθετα, ο γάµος ή η συµβίωση σε νεαρή ηλικία και κυρίως µετά από σύντοµη περίοδο γνωριµίας, θεωρείται δείκτης πιθανής µελλοντικής κακοποίησης.

11. Η επανειληµµένη σύναψη στενών σχέσεων, στις οποίες έχει σηµειωθεί οποιαδήποτε µορφή βίας, σε οποιοδήποτε βαθµό, φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εµφάνιση βίαιης συµπεριφοράς µε θύµα τη γυναίκα.

12. Η ελλιπής γνώση της γυναίκας για το παρελθόν του συζύγου/συντρόφου της αναφορικά µε τις ερωτικές του σχέσεις ή/και τις σχέσεις του µε τους γονείς του, παρουσιάζεται ως παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα βίας σε µια στενή σχέση.

13. H σύγκρουση µεταξύ των µελών της οικογένειας αναφορικά µε τις καθηµερινές δραστηριότητες, φαίνεται να ενοχοποιείται σε ένα βαθµό σχετικά µε την εµφάνιση βίας µεταξύ των συζύγων/συντρόφων.

14. Η σύγκρουση των ρόλων µέσα στην οικογένεια, συνήθως οδηγεί σε καταχρηστική συµπεριφορά, καθώς οι υποχρεώσεις ων µελών δεν ορίζονται σύµφωνα µε την ικανότητα ή το ενδιαφέρον που ενέχουν για τα τελευταία, αλλά µε βάση το φύλο και την ηλικία τους. Θεωρούµε σκόπιµο να επισηµάνουµε ότι η αναφορά των παραπάνω παραγόντων δεν είναι γενικεύσιµη, υπό την έννοια ότι δεν σηµατοδοτεί την εµφάνισή τους σε κάθε περιστατικό ενδο-οικογενειακής βίας. Περισσότερο θα µπορούσαν να θεωρηθούν ενδεικτικοί της αλληλεπίδρασης µεταξύ των επεισοδίων βίας και των παραµέτρων που παρεµβάλλονται στα τελευταία, καθώς συναντώνται συχνά στις οικογένειες (πυρηνικές και οιονεί), στις οποίες εµφανίζεται καταχρηστική συµπεριφορά.

Μυθολογία της ενδο-οικογενειακής βίας

Ο πολυδιάστατος χαρακτήρας της ενδο-οικογενειακής βίας, οι πολυπληθείς και ετερόκλητες ερµηνείες που προτείνονται σχετικά µε την τελευταία, το γεγονός ότι δεν είχε αναγνωριστεί η σοβαρότητα του φαινοµένου, παρά µέχρι σχετικά πρόσφατα και πλήθος άλλων παραγόντων, συνέβαλαν στη δηµιουργία και διαιώνιση στερεοτύπων, µε αποτέλεσµα να επικρατεί σύγχυση σχετικά µε τη φύση και τα χαρακτηριστικά της κακοποίησης (εντός και εκτός οικογένειας). Η ιδιοµορφία του υπό εξέταση ζητήµατος, καθώς και η συναισθηµατική και ιδεολογική φόρτιση που το συνοδεύουν, καθιστούν αρκετά δύσκολη την περιγραφή του σε ρεαλιστική βάση. Στο κείµενο που ακολουθεί, θα προσπαθήσουµε να ανασκευάσουµε τις µυθο-λογίες, µε βάση τα επιστηµονικά ευρήµατα µελετών σχετικά µε την καταχρηστική συµπεριφορά.

• ∆εν κακοποιούν µόνο οι άνδρες, αλλά και οι γυναίκες.

Αν και σε έρευνες που διεξάγονται αναφορικά µε την κακοποίηση, παρουσιάζεται ένα ποσοστό γυναικών που ασκούν βία κατά του συζύγου/συντρόφου τους, εντούτοις παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές οι γυναίκες εµφανίζουν βίαιη συµπεριφορά σε κατάσταση άµυνας και σε καµιά περίπτωση η χρήση βίας δεν έχει την έκταση, τη δυναµική και τις επιπτώσεις που ενέχει η βίαιη συµπεριφορά ενός άνδρα˙ σε αυτό συνηγορεί η πλεονεκτικότερη σωµατική διάπλαση του άνδρα, όσο και η κοινωνικοποίησή του, η οποία τού επιτρέπει να είναι επιθετικός, καθώς η επιθετικότητα στους άνδρες αποτελεί διαπίστευµα του ανδρισµού τους.

• Όλοι οι δράστες της κακοποίησης έχουν κοινά χαρακτηριστικά

. Η συγκεκριµένη κρίση µπορεί να θεωρηθεί υπεραπλουστευµένη διαπίστωση, καθώς η προτεινόµενη τυπολογία των δραστών στις σχετικές έρευνες βασίζεται τόσο στα ξεχωριστά χαρακτηριστικά προσωπικότητας των τελευταίων, όσο και στο οικογενειακό τους ιστορικό, το ποινικό µητρώο, κλπ.

• Η κατάχρηση αλκοόλ ή/και ναρκωτικών ουσιών ευθύνεται για την εµφάνιση καταχρηστικής συµπεριφοράς.

Η κατάχρηση ουσιών αποτελεί βασικό δείκτη επιθετικής συµπεριφοράς του άνδρα έναντι της συζύγου/συντρόφου του. Ωστόσο, δεν έχει αποδεικτεί ότι per se ενοχοποιείται για τη βίαιη συµπεριφορά· στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιµοποιείται ως. δικαιολογία για τις ανεπιθύµητες βιαιοπραγίες, αλλά επί της ουσίας δεν αποτελεί αιτία της άσκησής τους.

• Όσοι προβαίνουν σε κακοποίηση, δεν είναι σε θέση να ελέγξουν το θυµό τους.

Στην πραγµατικότητα, αναφέρονται ελάχιστες περιπτώσεις, όπου ο δράστης δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο των πράξεών του (για παράδειγµα, κρίσεις επιληψίας). Συνήθως, η καταχρηστική συµπεριφορά είναι εκούσια και ως τέτοια µπορεί να αποφευχθεί, αν το άτοµο το θελήσει. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να συγχέεται ο παρορµητισµός που συχνά διακρίνει το δράστη, µε την αδυναµία ελέγχου των ενεργειών του.

• Οι κακοποιηµένες γυναίκες µεγαλοποιούν τα συµβάντα καταχρηστικής συµπεριφοράς.

Οι συνέπειες της βίας, όπου αρκετές φορές παρατηρούνται δυσλειτουργία της γυναίκας σε επαγγελµατικό, κοινωνικό και διαπροσωπικό επίπεδο και συνοδές ψυχικές διαταραχές δεν υποδεικνύουν σε καµιά περίπτωση διάθεση υπερβολής εκ µέρους της γυναίκας.

• Οι κακοποιηµένες γυναίκες προκαλούν την καταχρηστική συµπεριφορά.

Η βίαιη συµπεριφορά λαµβάνει χώρα, ανεξάρτητα από τις πράξεις ή τα λεγόµενα της γυναίκας. Ακόµα και αν δεκτεί κανείς ότι κάποια συγκεκριµένη συµπεριφορά της γυναίκας, πυροδότησε τη βίαιη αντίδραση του συζύγου/συντρόφου της, η τελευταία µε κανέναν τρόπο δεν δικαιολογείται και αυτο-νοµιµοποιείται ως συµπεριφορά.

• Η καταχρηστική συµπεριφορά συχνά παύει να επισυµβαίνει από µόνη της.

Αρκετοί άνδρες είναι δυνατόν να µειώσουν το επίπεδο της βίαιης συµπεριφοράς µε το πέρασµα του χρόνου, ωστόσο ελάχιστοι από αυτούς παύουν να κακοποιούν εντελώς. Ακόµα και αν εκλείψει η σωµατική κακοποίηση, η ψυχολογική και η λεκτική κακοποίηση συνεχίζουν να υπάρχουν, ώστε να διατηρηθεί ο έλεγχος και η κυριαρχία του άνδρα στη γυναίκα.

• Η ψυχοθεραπεία αποτελεί αποτελεσµατικότερη «θεραπεία» από ό,τι η φυλακή.

Η ψυχοθεραπεία τις περισσότερες φορές επιλέγεται από το σύστηµα απονοµής ποινικής δικαιοσύνης ως εναλλακτική µέθοδος έκτισης ποινής. Εντούτοις, τα ερευνητικά δεδοµένα δεν συνηγορούν υπέρ της αποτελεσµατικότητας των προγραµµάτων θεραπείας των δραστών˙ θεωρείται πολύ δύσκολο να επιτευχθεί η αναχαίτιση της βίας και ακόµη δυσκολότερη ολοσχερής διακοπή της ψυχολογικής κακοποίησης µέσω των προγραµµάτων αυτών.

• Οι γυναίκες που παραµένουν σε µια σχέση κακοποίησης, είναι είτε παράφρονες, είτε µαζοχίστριες.

Κατ’αρχήν θα πρέπει να επισηµανθεί ότι ένα σηµαντικό ποσοστό γυναικών που κακοποιούνται, εγκαταλείπουν τους συζύγους/συντρόφους τους στα δύο πρώτα χρόνια της εµφάνισης της καταχρηστικής συµπεριφοράς. Οι λόγοι, εντούτοις, για τους οποίους κάποιες γυναίκες δεν διαφεύγουν της σχέσης κακοποίησης, είναι σηµαντικοί: η πλήρης οικονοµική εξάρτηση από το σύζυγο/σύντροφο, ο ισχυρός φόβος αντιποίνων αν τον εγκαταλείψουν, η εµφάνιση ψυχικών διαταραχών, η πολιτισµική αποδοχή της βίας, κλπ. αποτελούν βασικά εµπόδια που κρατούν µια γυναίκα σε µια σχέση καταχρηστικής συµπεριφοράς.

• Η κακοποίηση αποτελεί ιδιωτική, οικογενειακή υπόθεση.

Η στέρηση των βασικών δικαιωµάτων της γυναίκας, η κατάχρηση της εξουσίας, η διαιώνιση της βίας από γενιά σε γενιά σε καµιά περίπτωση δεν καθιστούν την κακοποίηση ιδιωτική υπόθεση. Αντίθετα, αφορά όλο το κοινωνικό σύνολο.

• Η καταχρηστική συµπεριφορά εµφανίζεται µόνο σε δυσλειτουργικές οικογένειες.

Πρόκειται για θεµελιώδες σφάλµα κοινωνικής απόδοσης. Η δυσλειτουργία στην οικογένεια, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που είναι δυνατόν να εµφανίζεται παράλληλα µε τη βίαιη συµπεριφορά, εντούτοις δεν µπορεί να θεωρηθεί καθαυτός αιτιολογικός παράγοντας.

• Οι κακοποιηµένες γυναίκες µπορούν να σταµατήσουν τη βία του συζύγου/συντρόφου τους, αν αλλάξουν τη συµπεριφορά τους.

Η κακοποίηση δεν παρουσιάζεται ως αποτέλεσµα λανθασµένης συµπεριφοράς της γυναίκας. Στην πραγµατικότητα, η τελευταία είναι η δικαιολογία-άλλοθι που χρησιµοποιούν αφενός οι άνδρες για να νοµιµοποιήσουν τη βία εναντίον των συζύγων/συντρόφων τους και αφετέρου οι γυναίκες που έχουν έντονο το αίσθηµα της ενοχής για όσα υφίστανται.

• ∆εν υπάρχει κάποια συγκεκριµένη ερµηνεία αναφορικά µε το φαινόµενο της κακοποίησης.

Οι ερµηνείες που δίνονται για την καταχρηστική συµπεριφορά, βασίζονται στις ανάλογες θεωρητικές προσεγγίσεις. ∆εν είναι δυνατό να υποστηριχτεί κάποια ερµηνεία έναντι κάποιας άλλης, καθώς πρόκειται για ένα ζήτηµα περίπλοκο, µε πολιτισµικές, κοινωνικές και ιστορικές συνιστώσες, στις οποίες εµπλέκεται το άτοµο µε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η µόνη ασφαλής οδός εξέτασης της κακοποίησης εντός και εκτός της οικογένειας, είναι η πραγµάτευση της δυναµικής αλληλεπίδρασης των παραγόντων που συντελούν στην εµφάνισή της.

• Η ενδο-οικογενειακή βία εµφανίζεται µόνο σε οικογένειες µε χαµηλό εισόδηµα.

Η πραγµατικότητα είναι ότι η κακοποίηση στις οικονοµικά και κοινωνικά δυσµενέστερες οικογένειες γίνεται ευκολότερα γνωστή στις διωκτικές αρχές και στις υπηρεσίες πρόνοιας, από ό,τι τα περιστατικά που επισυµβαίνουν σε οικογένειες µεσαίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης. Ωστόσο, οι µελέτες και οι επίσηµες στατιστικές σχετικά µε τη βία στην οικογένεια, δεικνύουν ότι η τελευταία λαµβάνει χώρα σε οποιοδήποτε κοινωνικό στρώµα.

• Η καταχρηστική συµπεριφορά επισυµβαίνει σε ψυχικά ασθενή άτοµα.

Τα δεδοµένα των ερευνών καταδεικνύουν ότι λιγότερο από το 10% των περιστατικών ενδο-οικογενειακής βίας συνδέεται µε κάποια ψυχική νόσο του δράστη ή του θύµατος.

• Τα παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση, θα εξελιχθούν σε ενήλικες µε καταχρηστική συµπεριφορά.

Οι έρευνες δεικνύουν ότι οι ενήλικες που παρουσιάζουν βίαιη συµπεριφορά, έχουν περισσότερες πιθανότητες από τον υπόλοιπο πληθυσµό να έχουν κακοποιηθεί κατά την παιδική τους ηλικία. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να εγκαθιδρυθεί αιτιοκρατική σχέση µεταξύ κακοποίησης σε παιδική ηλικία και ενήλικη ζωή˙ πρόκειται για πιθανολογία µάλλον, παρά για de facto ντετερµινισµό.

4. Η ΕΝ∆Ο-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ∆Α

Το 1983 θεσπίστηκε ο νόµος 1329, ο οποίος αποσκοπούσε στην εναρµόνιση συγκεκριµένων διατάξεων του ελληνικού Αστικού Κώδικα µε τη συνταγµατική αρχή της ισότητας µεταξύ των φύλων.

Ο ∆εληγιάννης, αναλύοντας την αρχή της ισότητας µεταξύ των συζύγων, αναγνώρισε τρεις αρχές:

α) τη συντροφικότητα και αµοιβαιότητα µεταξύ των συζύγων,

β) την ελεύθερη κατανοµή των ρόλων και

γ) την αυτονοµία των συζύγων.

H ενδο-οικογενειακή βία στη χώρα µας αποτελεί κοινωνικό φαινόµενο, το οποίο παρουσιάζει ανησυχητικές διαστάσεις και εµφανίζεται σε όλες τις κοινωνικές και εθνοτικές οµάδες. Παρά την αυξανόµενη ανησυχία που έχει προκληθεί, κυρίως λόγω των εκστρατειών ευαισθητοποίησης και ενηµέρωσης, δεν υπάρχει κάποια ισχύουσα νοµοθεσία που να προστατεύει τις γυναίκες από τη βία στην οικογένεια ή να λαµβάνει υπόψη της την ειδική σχέση και εξάρτηση µεταξύ του θύµατος και του δράστη. Ταυτόχρονα, δεν προβλέπεται κάποια διάταξη που να θεωρεί το βιασµό εντός του γάµου ποινικό αδίκηµα (ο νόμος 3500/2006, μεταγεννέστερος της μελέτης, πλέον δεν κανεί δίακριση στο συγκεκριμένο θέμα). Η βία στην οικογένεια στην Ελλάδα δεν έχει µελετηθεί συστηµατικά και µε επάρκεια από την επιστηµονική κοινότητα. Οι όποιες προσπάθειες που έχουν πραγµατοποιηθεί, στον κύριο όγκο τους αποτελούν επισκόπηση ερευνών που έχουν διεξαχθεί στο εξωτερικό και δεν συµπεριλαµβάνουν εµπειρικά δεδοµένα αναφορικά µε την ελληνική πραγµατικότητα. Η δυσχέρεια συγκέντρωσης στοιχείων οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έλλειψη επαρκών στοιχείων που παρέχουν οι διάφορες δοµές, στις οποίες απευθύνονται οι κακοποιηµένες γυναίκες˙ κατά συνέπεια, είναι δύσκολο να αποτιµηθεί ο βαθµός, η φύση, η σοβαρότητα και οι συνέπειες του φαινοµένου. Επιπρόσθετα, η βία κατά των γυναικών µέσα στην οικογένεια καταγγέλλεται σε πολύ µικρό βαθµό, καθώς πολιτισµικά θεωρείται αποδεκτή ειδικά σε µια κοινωνία, στην οποία κυριαρχούν ισχυρές παραδοσιακές αξίες αναφορικά µε τη διαφοροποίηση των ρόλων των δύο φύλων και τον καταµερισµό της εξουσίας. Υπό αυτήν την έννοια, οι κοινωνικές αξίες και στάσεις υποστηρίζουν τον άνδρα ως αναντίρρητο αρχηγό της οικογένειας, του οποίου η απόλυτη εξουσία δεν µπορεί να αµφισβητηθεί από κανένα. Παράλληλα, οι κοινωνικές και νοµικές υπηρεσίες έχουν αποφύγει να εµπλακούν συστηµατικά σε ένα ζήτηµα που το θεωρούν κατεξοχήν ιδιωτικό και έχουν ασχοληθεί κυρίως µε τη διατήρηση του θεσµού της οικογένειας.

Ο µικρός αριθµός καταγγελιών ενδο-οικογενειακής βίας στην Ελλάδα οφείλεται, µεταξύ των άλλων στην τυπική στάση:

α) του Έλληνα άνδρα, ο οποίος – αν και θεωρείται αυταρχικός – ως σύζυγος δεν είναι βάναυσος προς τη σύζυγό του και

β) της Ελληνίδας γυναίκας, η οποία ως σύζυγος είναι ανεκτική και υποτακτική και συνήθως δεν καταγγέλλει στις αρχές ή κάνει αγωγή διαζυγίου, εξαιτίας της οικονοµικής της αβεβαιότητας και του µικρού βαθµού χειραφέτησής της.

Το προφίλ των γυναικών που υφίστανται κακοποίηση στους κόλπους της οικογένειάς τους, καταγράφεται από τη Γενική Γραµµατεία Ισότητας. Παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία που αναφέρονται, αφορούν µόνο στις περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά, είναι ενδεικτικά της σηµαντικότητας και της διάστασης του φαινοµένου.

Συγκεκριµένα, στην πλειοψηφία τους οι γυναίκες που απευθύνονται στα Συµβουλευτικά Κέντρα για τη Βία Κατά των Γυναικών,

είναι έγγαµες (66,75%)˙

ακολουθούν οι γυναίκες που είναι σε διάσταση (16.62%),

ενώ η οµάδα που δέχεται τις υπηρεσίες των Κέντρων σε µικρότερο ποσοστό, είναι οι χήρες (1,30%).

Οι περισσότερες από αυτές έχουν δεκτεί δευτεροβάθµια ή υποχρεωτική εκπαίδευση (42,82 % και 31,85% αντίστοιχα), ενώ ο σύζυγος/σύντροφός τους έχει το ίδιο µορφωτικό επίπεδο µε τις γυναίκες (49% υποχρεωτική εκπαίδευση και 33% δευτεροβάθµια εκπαίδευση).

Αναφορικά µε την επαγγελµατική τους κατάσταση, οι κακοποιηµένες γυναίκες είναι κυρίως άνεργες (56,69%), ενώ ο δράστης παρουσιάζεται να εργάζεται σε ποσοστό 79,50%. Η ανεργία των γυναικών φαίνεται να επηρεάζει άµεσα και την οικονοµική τους κατάσταση, καθώς το 43,31% βρίσκεται σε κακή, ή µέτρια οικονοµική κατάσταση (41,72%). Αναφέρεται, µεταξύ των άλλων, ότι το πρώτο επεισόδιο κακοποίησης επισυνέβηκε µετά το γάµο (56,06%) και – παρά την καταχρηστική συµπεριφορά που υφίσταται η γυναίκα – εξακολουθεί να παραµένει µε το δράστη (65,22%), ο οποίος σε συντριπτικό ποσοστό είναι ο σύζυγός της (80%). Συνηθέστερα, η κακοποίηση λαµβάνει τη µορφή της ψυχολογικής και της σωµατικής βίας, ενώ σπανιότερα αναφέρεται µόνο η ψυχολογική κακοποίηση.

Οι περισσότερες γυναίκες που υφίστανται κακοποίηση, δεν έχουν ιστορικό κακοποίησης (75%), ενώ στο 25% που αναφέρει κακοποίηση στο παρελθόν, ο συχνότερος δράστης ήταν ο πατέρας (18%). Παράλληλα, ούτε ο ίδιος ο δράστης έχει υποστεί κακοποίηση στο παρελθόν (71%) και στις περιπτώσεις που έχει υπάρξει ιστορικό βίας στην οικογένεια καταγωγής, ο πατέρας εµφανίζεται να έχει καταχρηστική συµπεριφορά τις περισσότερες φορές (24%). Όσον αφορά στη χρήση ουσιών από το σύζυγο/σύντροφο, οι περισσότερες γυναίκες αναφέρουν ότι ο δράστης κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών σε ποσοστό 42%. Ειδικότερα, οι ουσίες που αναφέρονται από τις κακοποιηµένες γυναίκες, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα:

ΧΡΗΣΗ ΟΥΣΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ∆ΡΑΣΤΗ (σε ποσοστό 42%)  ΑΛΚΟΟΛ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ.

Η παρούσα έρευνα καλείται να προσδιορίσει την έκταση του φαινοµένου της ενδο-οικογενειακής βίας µε θύµατα γυναίκες από σύζυγο/σύντροφο και να παράξει την απαραίτητη στατιστική και ποιοτική γνώση, ώστε να εντοπιστούν τα σηµεία, στα οποία θα πρέπει να επικεντρωθεί τόσο η επιστηµονική κοινότητα, όσο και οι ανάλογοι φορείς και δοµές. ∆εδοµένων των ελλιπών στοιχείων για το υπό εξέταση θέµα στην Ελλάδα, η αναγκαιότητα της µελέτης αποτελεί sine qua non προϋπόθεση για την πρόληψη και τη χάραξη πολιτικών για την αντιµετώπιση της βίας κατά των γυναικών στην οικογένεια.

ΚΕΦ. ΙΙ.: ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

1. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Αντικείµενο της έρευνας είναι η καταγραφή της συχνότητας εµφάνισης του φαινοµένου της βίας κατά των γυναικών µέσα στην οικογένεια µε δράστες τους συζύγους-συντρόφους τους. Η µελέτη εστιάζεται στην περιγραφή του φαινοµένου στη σχέση του ζευγαριού και αποκλείει την εξέταση της σχέσης µε άλλα συµβιούντα µε την ερωτώµενη, συγγενικά ή µη πρόσωπα. Στόχος της έρευνας είναι η πρώτη περιγραφή του φαινοµένου της ενδο- οικογενειακής βίας σε εθνικό επίπεδο. Στην Ελλάδα δεν έχει πραγµατοποιηθεί επιδηµιολογική έρευνα και όσες έρευνες έχουν µελετήσει το θέµα της ενδο- οικογενειακής βίας, δεν ανήκουν στις έρευνες πεδίου, καθώς αξιοποιούν στοιχεία, τα οποία έχουν συλλεγεί από γυναίκες-θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας που χρησιµοποιούν προγράµµατα υπηρεσιών στήριξης (συµβουλευτικά κέντρα, ξενώνες, καταφύγια κ.λπ. Επιµέρους στόχοι της έρευνας είναι η µελέτη αφενός του είδους της βίας που υφίστανται οι γυναίκες, αφετέρου των δεικτών-παραγόντων που ενοχοποιούνται για την εµφάνιση του φαινοµένου. Η έρευνα στοχεύει, επίσης, στην εξέταση της στάσης και της αντίδρασης των γυναικών απέναντι στη βία. Τέλος, προσβλέπει στην εισήγηση προτάσεων για την ανάπτυξη της πρόληψης και την αντιµετώπιση της ενδο-οικογενειακής βίας στο πλαίσιο σχεδιασµού κοινωνικής πολιτικής, αναφορικά µε την άµβλυνση του φαινοµένου και την προώθηση της ισότητας των δύο φύλων. Για τη διαµόρφωση των ερευνητικών υποθέσεων ελήφθησαν υπόψη οι θεωρητικές και ερµηνευτικές προσεγγίσεις σχετικά µε την ενδο-οικογενειακή βία, όπως προκύπτουν από τη διεθνή βιβλιογραφία. Σε αυτό το πλαίσιο διατυπώθηκαν υποθέσεις στηριζόµενες σε µια συνολική εκτίµηση των παραγόντων-δεικτών, οι οποίοι σύµφωνα µε τα ευρήµατα ανάλογων ερευνών ενοχοποιούνται για την εµφάνιση του φαινοµένου. Οι υποθέσεις που προτάθηκαν προς έλεγχο είναι:

Σχετικά µε την εµφάνιση της βίας:

1. Οι δυσκολίες στην επικοινωνία στην οικογένεια (διαφωνίες, εντάσεις, συγκρούσεις), συνδέονται µε την εκδήλωση ενδο-οικογενειακής βίας κατά των γυναικών.

2. Ο κίνδυνος εµφάνισης της βίας ανάµεσα στο ζευγάρι αυξάνεται, όσο µικρότερο είναι το χρονικό διάστηµα που µεσολάβησε πριν από τη σοβαρή δέσµευση (συµβίωση, αρραβώνας, γάµος).

3. Το ιστορικό προηγούµενης βίας συνδέεται µε την ύπαρξη βίας στις παρούσες σχέσεις της γυναίκας.

4. Τα κοινωνιο-δηµογραφικά χαρακτηριστικά της γυναίκας και του συζύγου/συντρόφου (ηλικία, µορφωτικό επίπεδο, επαγγελµατική κατάσταση, εισόδηµα, οικογενειακή κατάσταση, παιδιά), συνδέονται µε την εκδήλωση της ενδο-οικογενειακής βίας κατά των γυναικών.

Αναφορικά µε τη γεωγραφική περιοχή:

α) Υπάρχουν διαφοροποιήσεις µεταξύ αστικών, ηµι-αστικών και αγροτικών περιοχών ως προς την εµφάνιση του φαινοµένου της ενδο- οικογενειακής βίας κατά των γυναικών.

β) Υπάρχουν διαφοροποιήσεις µεταξύ αστικών, ηµι-αστικών και αγροτικών περιοχών ως προς την έµµεση γνώση περιστατικών βίας.

γ) Υπάρχουν διαφοροποιήσεις µεταξύ αστικών, ηµι-αστικών και αγροτικών περιοχών ως προς τη στάση των ερωτώµενων απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία.

Όσον αφορά στη στάση των γυναικών απέναντι στη βία:

1. Υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τη στάση απέναντι στη βία µεταξύ της γυναίκας-θύµατος ενδο-οικογενειακής βίας και της µη κακοποιηµένης γυναίκας.

2. Οι µορφές της βίας που υφίσταται η γυναίκα (λεκτική, ψυχολογική σωµατική, εξαναγκασµός σε σεξουαλική επαφή), επηρεάζουν την κρίση της για τη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της.

Σε σχέση µε την αντίδραση που υιοθετεί η γυναίκα για την αντιµετώπιση της βίας:

1. Οι µορφές της βίας που υφίσταται η γυναίκα (λεκτική, ψυχολογική σωµατική, εξαναγκασµός σε σεξουαλική επαφή), επηρεάζουν την αντίδρασή της στη βία.

2. Η ενοχοποίηση της γυναίκας αναφορικά µε τη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της, συνδέεται µε την αντίδρασή της σε αυτήν.

3. Η αντίδραση της γυναίκας στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου, συνδέεται µε το χρόνο εµφάνισης της βίας.

2. ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ∆ΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Η παρούσα έρευνα εντάσσεται στις περιγραφικές επιδηµιολογικές έρευνες (descriptive, cross-sectional ή prevalence studies). Σε αυτού του είδους τις έρευνες, επιδιώκεται η διερεύνηση του επιπολασµού ενός φαινοµένου στο γενικό πληθυσµό της χώρας και τα αποτελέσµατα τους έχουν στατικό χαρακτήρα.

Οι συγκεκριµένες έρευνες, µε βάση τη συχνότητα εµφάνισης του φαινοµένου, µπορούν να συµβάλουν:

α) σε µια πρώτη απεικόνιση του φαινοµένου,

β) στη διερεύνηση ορισµένων παραγόντων που συνδέονται µε την ύπαρξη της ενδο-οικογενειακής βίας,

γ) στην αξιοποίηση των αποτελεσµάτων σε συνδυασµό µε µεθόδους ποιοτικής προσέγγισης,

δ) στη στάθµιση των αναγκών του πληθυσµού και

ε) στην έµµεση εκτίµηση των παρεχόµενων υπηρεσιών.

2.1. ∆είγµα

Πληθυσµό της έρευνας αποτέλεσαν ενήλικες γυναίκες ηλικίας 18 - 60 ετών σε πανελλήνιο επίπεδο. Το µέγεθος του δείγµατος ήταν 1200 γυναίκες. Το δείγµα ήταν αντιπροσωπευτικό του πληθυσµού σε πανελλήνια κλίµακα. Η αντιπροσωπευτικότητα εξασφαλίστηκε µε την ικανοποιητική διασπορά του δείγµατος στους νοµούς της χώρας και την κατάλληλη κάλυψη της κοινωνικής σύνθεσης των επιλεγοµένων περιοχών (αστικές, ηµι-αστικές και αγροτικές). Από τις νησιωτικές περιοχές της χώρας επιλέχθηκε η Κρήτη.Η επιλογή του δείγµατος έγινε µε τη µέθοδο της πολυσταδιακής τυχαίας. Το στατιστικό σφάλµα του δείγµατος που προτάθηκε ήταν ±2,8 για ερωτήσεις διχοτοµικές σε διάστηµα εµπιστοσύνης 95%. Με αυτό το δεδοµένο η πιθανότητα απόκλισης είναι µικρή, καθώς το συγκεκριµένο διάστηµα θεωρείται ως το πιο ασφαλές για την εξασφάλιση εµπιστοσύνης στο αποτέλεσµα και ένταξης των τιµών στην καµπύλη χωρίς ανωµαλίες. Στη συγκεκριµένη έρευνα ο πληθυσµός που µελετήθηκε χωρίστηκε σε τρία στρώµατα µε βάση τις προς διερεύνηση περιοχές (αστικές, ηµι-αστικές και αγροτικές). Από κάθε στρώµα επιλέχθηκαν ορισµένες περιοχές µε τυχαία διαδικασία και στη συνέχεια επιλέχθηκαν τα οικοδοµικά τετράγωνα κάθε περιοχής. Τα σηµεία που συµπεριελήφθηκαν κληρώθηκαν τυχαία από το σύνολο του αντίστοιχου τύπου σηµείων της χώρας, µε πιθανότητα ανάλογη της πυκνότητας του πληθυσµού και σύµφωνα µε τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε.

Για την επιλογή των σηµείων εκκίνησης οι ∆ήµοι αντιστοιχήθηκαν πλήρως σε τυχαίους αριθµούς και τα σηµεία εκκίνησης κατανεµήθηκαν ανάλογα µε τον πληθυσµό. Στον κάθε ∆ήµο κληρώθηκαν τυχαίοι αριθµοί, οι οποίοι καθόρισαν ακριβώς τη διασταύρωση που αντιστοιχούσε στο κάθε σηµείο εκκίνησης. Για την επιλογή των ερωτωµένων, ο/η ερευνητής/-ρια ξεκίνησε από το οικοδοµικό τετράγωνο που στον χάρτη του ήταν σηµειωµένο µε τον αριθµό (1) και ακολούθησε πορεία αντίστοιχη µε την πορεία των δεικτών του ρολογιού κάνοντας τον γύρο του τετραγώνου. Εφόσον έγινε η πρώτη συνέντευξη, άφηνε τέσσερα σπίτια Το ερωτηµατολόγιο απαντήθηκε από γυναίκες ηλικίας 18 έως 60 ετών, που συµβιώνουν σε κοινή εστία-νοικοκυριό µε σύντροφο ή σύζυγο το χρονικό διάστηµα της διεξαγωγής της έρευνας. Συµβίωση θεωρήθηκε η «ελεύθερη» κοινή διαβίωση (union libre) σε ενός ετερόφυλου ζευγαριού εκτός θεσµικής επικύρωσης και η κοινή διαβίωση µέσα σε γάµο.

2.2 Μέθοδος της έρευνας

Για τη συλλογή των στοιχείων χρησιµοποιήθηκε η µέθοδος των δοµηµένων συνεντεύξεων µε συµπλήρωση ερωτηµατολογίου διάρκειας 30-40 λεπτών. Για τις συνεντεύξεις χρησιµοποιήθηκαν γυναίκες-συνεντεύκτριες µε εµπειρία στη διεξαγωγή κοινωνικών ερευνών στο πεδίο. Η συγκεκριµένη επιλογή έγινε για να διευκολυνθεί η δηµιουργία κλίµατος εµπιστοσύνης µεταξύ υποκειµένου και συνεντεύκτριας, η ενθάρρυνση των υποκειµένων, ώστε να αναφέρουν περιστατικά βίας και για να αποφευχθούν µη ειλικρινείς απαντήσεις. Πριν από την έναρξη της διεξαγωγής της έρευνας στο πεδίο, πραγµατοποιήθηκε συνάντηση εκπαίδευσης των συνεντευκτριών που συµµετείχαν στη συλλογή των στοιχείων στην Αθήνα και στην περιφέρεια. Την ευθύνη για την εκπαίδευση είχαν η συντονίστρια του έργου και τα µέλη της ερευνητικής οµάδας. Σκοπός αυτής της συνάντησης ήταν η ενηµέρωση των συνεντευκτριών για τους στόχους της έρευνας, τη δοµή και το περιεχόµενο του ερωτηµατολογίου, καθώς και η ανταλλαγή απόψεων σχετικά µε τη στάση τους απέναντι στις ερωτώµενες και το χειρισµό πιθανών «δύσκολων» συµπεριφορών-περιπτώσεων κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων. Επίσης, πριν από την εφαρµογή του ερωτηµατολογίου στο πεδίο, πραγµατοποιήθηκε πιλοτική έρευνα, προκειµένου να διερευνηθούν και να εντοπιστούν πιθανές αδυναµίες ή ελλείψεις του ερευνητικού εργαλείου. Η πιλοτική έρευνα διεξήχθηκε κατά το διάστηµα δύο ηµερών στο πεδίο µε συνεντεύξεις από τις συνεντεύκτριες και από την ερευνητική οµάδα µε τη µέθοδο της προσοµοίωσης. Από αυτήν τη «δοκιµαστική» φάση, προέκυψαν χρήσιµες παρατηρήσεις, οι οποίες συµπεριελήφθησαν στο ερωτηµατολόγιο, µε στόχο τη δηµιουργία εργαλείου που χαρακτηρίζεται από πληρότητα, εγκυρότητα και αξιοπιστία. και κτυπούσε την αµέσως επόµενη πόρτα. Συνέχισε µε τον ίδιο τρόπο µέχρι την ολοκλήρωση του πρώτου οικοδοµικού τετραγώνου. Στη συνέχεια περνούσε στο επόµενο. Οι συνεντεύξεις έγιναν πρωινές και απογευµατινές ώρες, µε στόχο να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική εκπροσώπηση του πληθυσµού που εργάζεται. Η έρευνα στο πεδίο διεξήχθηκε από 20/2/2003 έως 17/3/2003. Επίσης, έγινε τυχαίος έλεγχος σε ποσοστό τουλάχιστον 20% των συµπληρωµένων ερωτηµατολογίων και έλεγχος πληρότητας και συνοχής των ερωτηµατολογίων στο σύνολο του δείγµατος.

2.3 Εργαλείο της έρευνας

Για τη συλλογή των στοιχείων σχεδιάστηκε ερωτηµατολόγιο µε βάση τους τοµείς της έρευνας που κρίθηκε σκόπιµο να µελετηθούν. Συγκεκριµένα, το ερωτηµατολόγιο διαρθρώθηκε µε βάση τις εξής θεµατικές ενότητες:

Α) Κοινωνιοδηµογραφικά χαρακτηριστικά της ερωτώµενης και του συζύγου/συντρόφου.

Β) Ποιότητα των σχέσεων στο ζευγάρι και την οικογένεια.

Γ) Περιγραφή ενδεχόµενου περιστατικού βίας.

∆) Αντιλήψεις και στάσεις των ερωτώµενων σχετικά µε την ενδο-οικογενειακή βία.

Ε) Ιστορικό βίας στην οικογένεια προέλευσης, ή σε προηγούµενες σχέσεις της ερωτώµενης. Μελετήθηκαν ερωτηµατολόγια σχετικών ερευνών και έγινε προσπάθεια προσαρµογής του συγκεκριµένου ερωτηµατολογίου στα δεδοµένα της ελληνικής πραγµατικότητας. Ο ορισµός της ενδο-οικογενειακής βίας που υιοθετήθηκε στο ερωτηµατολόγιο είναι σε πλήρη συµφωνία µε τον ορισµό που προτάθηκε από τη ∆ανική Προεδρία προς το Συµβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 22/11/2002, στο πλαίσιο κειµένου σχετικά µε την Επισκόπηση της Εφαρµογής από τα Κράτη-Μέλη και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Προγράµµατος ∆ράσης του Πεκίνου.

Οι µορφές της ενδο-οικογενειακής βίας κατά των γυναικών που περιελήφθησαν στις ερωτήσεις ήταν: σωµατική, σεξουαλική, ψυχολογική, λεκτική, οικονοµική βία, αποστέρηση και άρνηση των δικαιωµάτων των γυναικών. Για τη σύνταξη του ερωτηµατολογίου αξιοποιήθηκαν στοιχεία από τα ερευνητικά εργαλεία άλλων µελετών. Συγκεκριµένα, λήφθηκαν υπόψη τα ερωτηµατολόγια των ακόλουθων ερευνών:

1. Home Office: Domestic Violence: Findings from a new British Crime Survey self- completion questionnaire, Home Office Research Study, 191, 1999, London.

2. Second National Family Violence Survey. Richard J. Gelles & Murray A. Straus, 1985/1987.

3. Orange District Court Assault Study. Hottalling Jerry & Buzawa Eve, 2000.

4. Study Against Women Violence in Odessa Ukraine, University of Massachusetts, Lowell, Project Harmony, 2000.

5. «Οικογένεια και σεξουαλική συµπεριφορά»: Αναδροµική µελέτη σε δείγµα Ελλήνων φοιτητών. Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Ε. Αγάθωνος, Α. Αλεξανδρίδης, Α. Βασιλιάς, Ε. Φερέτη, 1989-1991.

Χρησιµοποιήθηκε, επίσης, το δελτίο Κοινωνικού Ιστορικού για το πρόγραµµα Κακοποίηση-Παραµέληση Παιδιών του τοµέα Οικογενειακών Σχέσεων του τµήµατος Κοινωνικής Ψυχιατρικής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.

Στο ερωτηµατολόγιο περιλαµβάνονται 52 ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις είναι κλειστές (απαντήσεων ναι/όχι, πολλαπλών επιλογών και επταβάθµιας κλίµακας), εκτός από την τελευταία, όπου ζητείται από την ερωτώµενη αν έχει να προσθέσει κάτι που δεν έχει συµπεριληφθεί στο ερωτηµατολόγιο και επιθυµεί να το αναφέρει. Επιπλέον, ζητήθηκαν σχόλια από τις συνεντεύκτριες σχετικά µε τη συνεργασία τους µε τις ερωτώµενες και µε τις επισηµάνσεις που εκείνες θα ήθελαν να σηµειώσουν.

3. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ

Για την επεξεργασία των στοιχείων της έρευνας χρησιµοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS – V. 11. Από την επεξεργασία προέκυψαν οι βασικές στατιστικές µετρήσεις, οι κατανοµές, οι µέσες τιµές και ο έλεγχος του βαθµού σηµαντικότητας. Οι µετρήσεις υπέδειξαν τις τοποθετήσεις των διαφορετικών οµάδων πληθυσµού στις περιοχές διερεύνησης και τις µεταξύ τους συγκρίσεις. Ο σχεδιασµός του δείγµατος έγινε µε τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίσει ικανές βάσεις υπο-οµάδων του πληθυσµού, καθώς και δηµογραφικές αναλύσεις. Οι διασταυρώσεις έγιναν µε βάση τη διερεύνηση των υποθέσεων. Για την επεξεργασία της ανοιχτής ερώτησης και των σχολίων που συµπληρώθηκαν από τις συνεντεύκτριες, εφαρµόστηκε ποιοτική ανάλυση Το σύνολο των απαντήσεων των ερωτώµενων-γυναικών καθώς και τα σχόλια των συνεντευκτριών (corpus), κωδικοποιήθηκαν χωριστά στη βάση κατηγοριών, οι οποίες διαµορφώθηκαν µε µονάδα καταγραφής το θέµα που αντιστοιχούσε σε κάθε νόηµα που εκφραζόταν και µε µονάδες συµφραζοµένων τις απαντήσεις και τα σχόλια. Στη συνέχεια, έγινε σύγκριση του κατηγοριοποιηµένου υλικού και ερµηνεία των αναφορών.

4. ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΚΕΣ ∆ΥΣΧΕΡΕΙΕΣ

Βασική µεθοδολογική δυσχέρεια αποτέλεσε η κατασκευή του ερευνητικού εργαλείου, µε δεδοµένο αφενός την ευρύτητα του αντικειµένου της έρευνας αναφορικά µε τους τοµείς που καλύπτει και αφετέρου την «ευαισθησία», µε την οποία θα πρέπει να αντιµετωπίζεται το υπό εξέταση ζήτηµα. Συγκεκριµένα, χρειάστηκε να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη δοµή και το περιεχόµενο του ερωτηµατολογίου µε στόχο:

α) να καλυφθούν τα θέµατα που επιλέχθηκαν και

β) να εξασφαλιστούν, όσο ήταν δυνατό, η οµαλή ροή των ερωτήσεων και η ειλικρίνεια των υποκειµένων. Χρειάστηκε επίσης, να ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστηµα διεξαγωγής της συνέντευξης (περίπου 30 λεπτά). Επιπλέον, µεθοδολογική δυσχέρεια κατά το σχεδιασµό του εργαλείου της έρευνας, αποτέλεσε η διαµόρφωση των φίλτρων, προκειµένου να εξασφαλιστεί ο κατά το δυνατόν µέγιστος βαθµός συµβολής τους στη συµπλήρωση ή µη του ερωτηµατολογίου από τα υποκείµενα.

ΚΕΦ. III. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ EΡΕΥΝΑΣ

1. ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΕΡΕΥΝΑΣ

Τα κοινωνιο-δηµογραφικά στοιχεία που συλλέξαµε κατόπιν της διεξαγωγής της έρευνας, δίνουν µια πρώτη εικόνα σε ό,τι αφορά τις ερωτώµενες σε σχέση µε την ηλικία, την περιοχή, την επαγγελµατική κατάσταση, καθώς και άλλους παράγοντες που συµπληρώνουν την κατηγορία αυτή. Αναλυτικότερα, µπορεί να παρατηρηθεί ότι η κατανοµή και διασπορά της ηλικίας στο δείγµα ήταν όσο το δυνατόν επιµερισµένη έτσι, ώστε να αντιπροσωπεύεται όλο το ηλικιακό φάσµα.

Πίνακας 16 30 23,9 25 24,5 20 ΠΟΣΟΣΤΟ15 10 10,9 15,7 5 0 18-24 25-34 35-44 45-54 55-60 ΗΛΙΚΙΑ Οι περιοχές, στις οποίες πραγµατοποιήθηκε η δειγµατοληψία, ήταν η Αθήνα σε ποσοστό 30%, τα αγροτικά κέντρα σε ποσοστό 27,8%, τα αστικά σε ποσοστό 22,2% και η Θεσσαλονίκη σε ποσοστό 7,5%. Ειδικότερα, η κατανοµή σε επίπεδο αστικών, αγροτικών και ηµι-αστικών περιοχών, ήταν 59,7%, 27,8% και 12,5% αντίστοιχα.

Πίνακας 17 ΤΟΠΟΣ ∆ΙΑΜΟΝΗΣ ΕΡΩΤΩΜΕΝΗΣ 35 30 25 30 20 15 10 5 7,5 22,2 12,5 27,8 0 ΑΘΗΝΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΗΜ ΙΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΕΡΙΟΧΗ Όσον αφορά στην οικογενειακή κατάσταση των ερωτώµενων γυναικών, οι έγγαµες αποτέλεσαν την πλειοψηφία του δείγµατος (90,3%), ενώ το 6,9% των ερωτώµενων γυναικών συζούσε µε σχέση την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας.

Πίνακας 18 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΡΩΤΩΜΕΝΗΣ ΠΟΣΟΣΤΟ % 100 80 60 40 20 0 90,3 6,9 2,2 0,7 ΕΓΓΑΜ ΟΣ ΣΥΖΕΙ ΜΕ ΣΧΕΣΗ ∆ΙΑΖΕΥΓΜ ΕΝΗ ΣΕ ∆ΙΑΣΤΑΣΗ Οι γυναίκες στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν δήλωσαν αρχηγοί του νοικοκυριού (92,2%). Το ποσοστό των γυναικών που ήταν αρχηγοί του νοικοκυριού, αγγίζει µόλις το 7,5%. Αναφορικά µε το µορφωτικό επίπεδο των ερωτώµενων, η πλειοψηφία των γυναικών ήταν απόφοιτες δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης (απόφοιτες Λυκείου: 55%), ενώ ακολούθησαν οι γυναίκες που είχαν στοιχειώδη ολική µόρφωση (30,9%). Αξίζει να σηµειωθεί ότι µόλις το 0,2% είχε κάνει µεταπτυχιακές σπουδές. Αντίστοιχα, όσον αφορά στο µορφωτικό επίπεδο του συζύγου/ συντρόφου, το 32,2% είχε στοιχειώδη ολική εκπαίδευση και ακολουθεί το 30,8% των ανδρών µε δευτεροβάθµια εκπαίδευση.

Πίνακας 19 ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕ∆Ο ΕΡΩΤΩΜΕΝΗΣ - ΣΥΖΥΓΟΥ/ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ 40 35 30 25 ΠΟΣΟΣΤΟ % 20 30,9 32,2 35,5 30,8 15 16,3 10 18,9 5 3,2 2,4 0 5,6 7,5 8,3 7,9 0,2 0,3 ΕΡΩΤΩΜ ΕΝΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ/ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩ∆ΗΣ ΜΕΡΙΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩ∆ΗΣ ΟΛΙΚΗ ΓΥΜ ΝΑΣΙΟ ΛΥΚΕΙΟ ΑΝΩΤΕΡΑ ΑΝΩΤΑΤΗ Μ ΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΑ Αναφορικά µε την εργασία και το είδος αυτής, το 58,3% των γυναικών δήλωσε ότι δεν εργάζεται, ενώ το 32% ανέφερε ότι βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Όσον αφορά στους συζύγους/συντρόφους, το 81,4% εργαζόταν µε πλήρη απασχόληση, ενώ το 12,8% ήταν συνταξιούχοι.

Πίνακας 20 ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙ∆ΟΣ ΑΥΤΗΣ 90 80 70 60 50 ΠΟΣΟΣΤΟ % 40 81,4 58,3 30 32 20 7,3 10 3 2,3 12,8 2,8 0 ΜΕ ΠΛ ΗΡΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΕ Μ ΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ∆ΕΝ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΕΡΩΤΩΜ ΕΝΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ/ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ Από τις γυναίκες, οι οποίες δήλωσαν ότι εργάζονται, το 56,1% είναι εισοδηµατίες/νοικοκυρές. Παράλληλα, αναφορικά µε την επαγγελµατική δραστηριότητα του συζύγου/συντρόφου, το 24,1% των γυναικών δήλωσε ότι οι τελευταίοι είναι ελεύθεροι επαγγελµατίες και το 20,9% ειδικευµένοι τεχνίτες. Σχετικά µε τις ερωτώµενες που δεν εργάζονται, ως κύριος λόγος απουσίας επαγγελµατικής απασχόλησης αναφέρθηκαν οι οικογενειακές υποχρεώσεις (48%). Παράλληλα, το 30% των γυναικών ανέφεραν ότι δεν βρίσκουν εργασία, ενώ το 20,1% δήλωσε ότι δεν επιθυµεί να εργαστεί.

Πίνακας 21 ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Σπουδές Λόγ οι υγ είας ∆εν επιθυµεί ο σύζυγ ος /σύντροφ ος να εργ αστώ Οικογ ενειακές υποχρεώσεις (φροντίδα παιδιών κλ π) ∆εν επιθυµώ να εργ αστώ ∆εν βρίσκω εργ ασία 2,4 4,3 3,3 48 20,1 30 0 5 10 15 20 25 30 35 40 45 50 ΠΟΣΟΣΤΟ % Από το σύνολο των εξεταζόµενων νοικοκυριών, το 46,3% είχε εργαζόµενο µόνο ένα άτοµο της οικογένειας, ενώ στο 38,2% εργάζονταν δύο µέλη της οικογένειας. Το 32,2% των νοικοκυριών αποτελούνταν από τέσσερα άτοµα. Στο 87,3% των οικογενειών των ερωτώµενων συµβίωναν παιδιά, ενώ από το συγκεκριµένο ποσοστό, το 56,9% των γυναικών ανέφερε ότι έχουν δύο παιδιά. Επίσης, στο 50,4% των νοικοκυριών δεν ζούσαν µόνιµα παιδιά ηλικίας έως 18 ετών, ενώ το αντίθετο συνέβαινε στο 49,6% των νοικοκυριών: το 46,6% των ερωτώµενων ανέφερε ότι ζουν µόνιµα στην οικογένεια δύο παιδιά ηλικίας έως 18 ετών. Στις ερωτήσεις που αφορούν στο είδος κατοικίας των γυναικών- ερωτωµένων, το 74,7% δήλωσε ότι διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία, ενώ το 42,9% ανέφερε ότι κατοικεί σε διαµέρισµα πολυκατοικίας. Χαρακτηρίζοντας την σχέση του µε το σύζυγο/σύντροφο, το 42,8% των γυναικών ανέφερε ότι διατηρεί πολύ καλές σχέσεις µε τον τελευταίο, ενώ η ίδια αναφορά σχετικά µε την ποιότητα των σχέσεων παρουσιάζεται και στη σχέση των γυναικών µε τα παιδιά τους (52,2%). Παράλληλα, το 50,6% των ερωτώµενων γυναικών ανέφερε ότι διατηρεί πολύ καλές ή καλές διαπροσωπικές σχέσεις (50,6% και 29,6% αντίστοιχα). Αναφορικά µε το βαθµό ικανοποίησης των γυναικών από την επαγγελµατική τους κατάσταση, διαπιστώθηκε ότι οι ερωτώµενες χαρακτηρίζουν την τελευταία ως «µέτρια» σε ποσοστό 34,5%. Ένα αρκετά υψηλό ποσοστό γυναικών δήλωσε ότι η επαγγελµατική τους κατάσταση είναι είτε «πολύ καλή» (30%), είτε «κακή» (20,9%). Παράλληλα, η οικονοµική κατάσταση κρίνεται από τις ερωτώµενες κατά κύριο λόγο ως µέτρια (41,8%) και δευτερευόντως ως καλή (32%). Συµπληρωµατικά, οι γυναίκες κρίνουν ότι βρίσκονται σε πολύ καλή ή σε καλή κατάσταση υγείας (35,2% και 31% αντίστοιχα). Η ασυµφωνία και οι διένεξεις/συγκρούσεις µε το σύζυγο/σύντροφο σε θέµατα καθηµερινότητας και η ευθύνη που καταλογίζεται στα µέλη της οικογένειας για τα παραπάνω, περιγράφεται ως εξής:

• Για θέµατα διαπαιδαγώγησης του παιδιού: Το 75,3% απάντησε ότι δεν υπάρχει ασυµφωνία, ενώ από το 24,5% το οποίο απάντησε θετικά, το 71,1% πιστεύει ότι ευθύνονται και οι δυο γονείς και το 18,1% αναφέρει ως κύριο υπεύθυνο το σύζυγο/σύντροφο.

• Για θέµατα καθηµερινότητας: Το 56% ανέφερε ότι δεν αντιµετωπίζει παρόµοια προβλήµατα, ενώ από το 43,8% των γυναικών που απάντησε θετικά, το 79,1% πιστεύει ότι ευθύνονται τόσο ο άνδρας, όσο και η γυναίκα για τις συγκρούσεις που παρουσιάζονται µε αφορµή τα ζητήµατα που προκύπτουν καθηµερινά.

• Για θέµατα διαχείρισης των οικονοµικών του σπιτιού: Το 79,4% απάντησε ότι δεν υπάρχουν προστριβές για το συγκεκριµένο θέµα, ενώ από το 20,4% που δήλωσε ότι παρουσιάζονται διενέξεις, το 57,6% πιστεύει ότι ευθύνονται και οι δυο σύζυγοι/σύντροφοι.

• Για θέµατα αξιοποίησης του ελευθέρου χρόνου: Το 87,8% των γυναικών απάντησε ότι δεν προκύπτουν διενέξεις αναφορικά µε το υπό συζήτηση θέµα, ενώ από το 12% που απάντησε θετικά, το 49,3% επισηµαίνει ότι ευθύνεται και ο άνδρας και η γυναίκα, ενώ το 37,1% επιρρίπτει ευθύνες µόνο στο σύζυγο/σύντροφο.

• ∆υσκολίες στην σεξουαλική ζωή: Το 93,7% δήλωσε ότι δεν αντιµετωπίζει παρόµοιο πρόβληµα, ενώ από το 5,9% που ανέφερε ότι συναντά δυσκολίες στη σεξουαλική ζωή, ως υπαίτιος αυτών χαρακτηρίστηκε ο σύζυγος/σύντροφος, µε ποσοστό 39,1%.

• ∆υσκολίες στην συναισθηµατική επαφή: Το 87,5% απάντησε ότι δεν συναντά δυσκολίες, ενώ από το 12,3% που έδωσε θετική απάντηση, το 61,8% ανέφερε ως υπεύθυνο το σύζυγο/σύντροφο.

• Προστριβές που οφείλονται στην παρέµβαση τρίτων: Το 85,8% των γυναικών δήλωσε ότι δεν αντιµετωπίζει τέτοιο πρόβληµα, ενώ από το 14,2% που βρέθηκε/βρίσκεται αντιµέτωπο µε τέτοιου είδους διενέξεις, το 27,3% ανέφερε ως υπεύθυνο τον σύζυγο/σύντροφο, ενώ το 24,2% και τους δυο συζύγους/συντρόφους

. • Αδιαφορία του συζύγου/συντρόφου απέναντι στις ανάγκες µου: Το 90,7% δήλωσε ότι δεν συναντά παρόµοιες δυσκολίες, ενώ από το 9,3% που απάντησε θετικά, το 87% παρουσίασε το σύζυγο/σύντροφο ως υπεύθυνο για τη συγκεκριµένη κατάσταση.

• Αδιαφορία του συζύγου/συντρόφου απέναντι στις ανάγκες των παιδιών: Το 94,9% απάντησε αρνητικά, ενώ από το 5% που ανέφερε ότι ο σύζυγος είναι αδιάφορος απέναντι στις ανάγκες των παιδιών, µε αποτέλεσµα να επέρχονται συγκρούσεις/διενέξεις στο ζευγάρι, το 80,4% έκρινε ότι ο σύζυγος/σύντροφος είναι υπεύθυνος για την παρούσα κατάσταση.

Πίνακας 22

ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ - ∆ΙΕΝΕΞΕΙΣ - ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΖΥΓΟ/ΣΥΝΤΡΟΦΟ 45 40 35 30 43,8 25 Ασυµφωνία µε το σύζυγο /σύντροφο για θέµατα διαπ αιδαγώγησης παιδιών Ασυµφωνία µε το σύζυγο /σύντροφο για θέµατα καθηµερινότητας Ασυµφωνία µε το σύζυγο /σύντροφο στην διαχείριση των οικονοµικών του σπ ιτιού Ασυµφωνία µε το σύζυγο /σύντροφο ως προς την αξιοπ οίηση του ελεύθερου χρόνου ∆υσκολίες στη σεξουαλική ζωή 20 15 24,5 10 5 0 20,4 12 5,9 1 12,3 14,2 9,3 5 ∆υσκολίες στη συναισθηµατική επ αφή (τρυφερότητα, στοργή, κτλ) Προστριβές που οφείλονται στην παρέµβαση τρίτων Αδιαφορία του συζύγου /συντρόφου απ έναντι στις ανάγκες µου Αδιαφορία του συζύγου /συντρόφου απ έναντι στις ανάγκες των παιδιών Το 76,2% των ερωτώµενων δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κάποια γυναίκα από το συγγενικό / φιλικό περιβάλλον που να έχει υποστεί ή να υφίσταται βία από το σύζυγο/ σύντροφό της, ενώ το 23,6% ότι γνωρίζει αντίστοιχες περιπτώσεις γυναικών.

Πίνακας 23 Έµµεση γνώση περιστατικών βίας κατά γυναικών του φιλικού/ συγγενικού περιβάλλοντος από το σύζυγο/ σύντροφό τους 100% 50% , 0% ΝΑΙ ΟΧΙ Αναφορικά µε την αντίδραση των γυναικών σε περίπτωση που µια συγγενής τους τούς εκµυστηρευόταν ότι δέχτηκε/δέχεται κάποιου είδους βία από το σύζυγο/ σύντροφό της, ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρος των τρόπων αντίδρασης. Το 26,8% θα συµβούλευε τη γυναίκα-θύµα βίας να απευθυνθεί σε κάποιον κοινωνικό φορέα/ συµβουλευτικό κέντρο, το 26,3% θα ανησυχούσε, το 26,1% θα τη συµβούλευε να φύγει από το σπίτι, το 22,4% θα προβληµατιζόταν, το 19,3% θα θύµωνε, το 16% θα µιλούσε στο άτοµο που άσκησε βία, το 14,5% θα συµβούλευε το θύµα να καταγγείλει το περιστατικό, ενώ το 3,7% των γυναικών θα κατήγγειλαν από µόνες τους το περιστατικό στις αρµόδιες αρχές. Στον αντίποδα αυτών των µορφών αντίδρασης, βρίσκεται το 11,3% των γυναικών που δεν θα ανακατευόταν, το 5,8% που θα συµβούλευε το θύµα να συζητήσει το θέµα µε το δράστη και το 4,7% που θα συµβούλευε το θύµα να κάνει υποµονή.

Πίνακας 24 ∆υνητική αντίδραση σε περίπτωση έµµεσης γνώσης περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας Θα τη συµβούλευα να χωρίσει 0,3% Θα την συµβούλευα να µην σιωπήσει 0,7% Θα της συµπαραστεκόµουν 1,1% Θα της έλεγα να κάνει υποµονή 4,7% ∆εν απαντώ 0,8% Θα την συµβουλευα να συζητήσει το θέµα 5,8% ∆εν θα ανακατευόµουν 11,3% Θα µιλούσα στο άτοµο που άσκησε βία 16,0% Θα τη συµβούλευα να φύγει από το σπίτι 26,1% Θα κατήγγειλα η ίδια το περιστατικό Θα τη συµβούλευα να απευθυνθεί σε κάποιον κοινωνικό φορέα/ συµβουλευτικό κέντρο 3,7% 26,8% Θα τη συµβούλευα να καταγγείλει το περιστατικό 14,5% Θα θύµωνα 19,3% Θα ανησυχούσα 26,3% Θα προβληµατιζόµουν 22,4% Σε ακολουθία της αντίδρασης απέναντι στη βία που συµβαίνει σε άλλη γυναίκα-συγγενικό πρόσωπο, καταγράφηκε η δυνητική αντίδραση των ερωτώµενων απέναντι στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου τους. Και σε αυτήν την περίπτωση, ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρος των διαφόρων τρόπων αντίδρασης των γυναικών απέναντι στη βία. Οι περισσότερες γυναίκες (συνολικά το 66,6%) θα αντιδρούσαν δραστικά: θα έφευγαν από το σπίτι (27,9%), θα χώριζαν (27,5%), ή θα κατήγγειλαν το περιστατικό στις αρµόδιες Αρχές. Το 24,4% θα προσπαθούσε να συζητήσει µε το δράστη, ενώ το 18,1% θα απευθυνόταν σε κάποιον κοινωνικό φορέα/συµβουλευτικό κέντρο. Επίσης, το 16,6% θα ανησυχούσε, το 16,4% θα θύµωνε, το 14,5% θα µιλούσε σε κάποιο άτοµο που εµπιστεύεται. Σε αντίθεση, το 4,8% των γυναικών θα φοβόταν και ένα στατιστικά σηµαντικό ποσοστό γυναικών (συνολικά το 7,9%) θα κρατούσε παθητική στάση : το 4,1% θα έκανε υποµονή και το 3,8% δεν θα αντιδρούσε. Πίνακας 25 ∆υνητική αντίδραση σε περίπτωση άσκησης βίας από το σύζυγο/ σύντροφο Θα αντιδρούσα µε βίαιο τρόπο 0,4% ∆εν απαντώ 1,5% Θα έκανα υποµονή 4,1% ∆εν θα αντιδρούσα 3,8% Θα συζητούσα µε το άτοµο που άσκησε βία 24,4% Θα χώριζα 27,5% Θα έφευγα από το σπίτι 27,9% Θα µιλούσα σε κάποιο άτοµο που εµπιστευόµουν Θα απευθυνόµουν σε κάποιον κοινωνικό φορέα/ συµβουλευτικό κέντρο 14,5% 18,1% Θα κατήγγειλα το περιστατικό 11,2% Θα φοβόµουν 4,8% Θα θύµωνα 16,4% Θα ανησυχούσα 13,8% Θα προβληµατιζόµουν 16,6%

Οι γυναίκες, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, φαίνεται ότι θεωρούν την οικογένεια πολύ σηµαντική, αφού ανάµεσα στα µέλη της θα αναζητούσαν κάποιον/κάποια να του/της µιλήσουν για τη βία που ασκήθηκε/ασκείται εις βάρος τους από το σύζυγο/σύντροφό τους. Από τις απαντήσεις των γυναικών, προκύπτει ότι η πλειοψηφία των γυναικών θα µιλούσε σε κάποιο µέλος της οικογένειας σε περίπτωση ενδο-οικογενειακής βίας (52,3%). Ακολουθούν οι φίλοι ως πρόσωπα εµπιστοσύνης (29,3%) και οι λοιποί συγγενείς (24,8%). Σηµαντικά υψηλό είναι και το ποσοστό των γυναικών που δήλωσαν ότι θα απευθύνονταν σε κάποιον ειδικό (ψυχολόγο, οικογενειακό σύµβουλο κλπ) (18,8%). Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται ότι άλλοι επαγγελµατίες και ειδικευµένοι φορείς δεν συγκέντρωσαν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά. Το 4,8% ανέφερε ότι θα απευθυνόταν σε δικηγόρο, το 4,3% στην Αστυνοµία, το 3,8% σε συµβουλευτικό κέντρο γυναικών και το 2,8% σε κάποια δηµόσια κοινωνική υπηρεσία. Αντίθετα, καταγράφεται ένα σχετικά υψηλό ποσοστό γυναικών που δεν θα µιλούσαν σε κανέναν για τη βία που υφίστανται από το σύζυγο/σύντροφό τους. (10,3%). Πίνακας 26 Φορέας / Πρόσωπο που θα απευθύνονταν οι γυναίκες σε περίπτωση που ήταν θύµατα τη βίας του συζύγου/ συντρόφου τους Σε φίλους Σε µέλη της οικογένειάς µου 60% Σε συγγενείς 50% Σε ειδικό (οικογενειακό σύµβουλο, ψυχολόγο, κλπ) Σε γιατρό 40% Στην αστυνοµία Σε δικηγόρο 30% Σε δηµόσια κοινωνική υπηρεσία 20% Σε συµβουλευτικό κέντρο γυναικών Σε κληρικό Σε κανέναν 10% 0% Στο ίδιο το άτοµο που ασκεί βία ∆εν απαντώ Aναφορικά µε το ιστορικό βίας των γυναικών, από το σύνολο των ερωτώµενων, το 13,3% δήλωσε ότι έχει υπάρξει µάρτυρας σκηνών βίας στην οικογένεια που µεγάλωσε.

Πίνακας 27 Μάρτυρας σκηνώ ν βίας µεταξύ τω ν γονέω ν κατά την παιδική ηλικία 90% 80% 70% 60% 50% 40% 30% 20% 10% 0% 13,3% 86,7% 0,1% ΝΑΙ ΟΧΙ ∆EN ΘYMAMAI Επίσης, το 11,2% των γυναικών δηλώνει ότι έχει υποστεί βία στην οικογένεια που µεγάλωσε.

Πίνακας 28 Θύµα ενδοοικογενειακής βίας κατά την παιδική ηλικία 88,7% 90% 80% 70% 60% 50% 40% 30% 20% 10% 0% 11,2% 0,2% ΝΑΙ ΟΧΙ ∆EN ΘYMAMAI Όσον αφορά στο πρόσωπο της οικογένειας καταγωγής που παρουσιάζει καταχρηστική συµπεριφορά, παρατηρούµε ότι εκτός από τις περιπτώσεις της απόπειρας σεξουαλικής παραβίασης και του εξαναγκασµού σε σεξουαλική επαφή, ο πατέρας παρουσιάζεται ως ο συχνότερος δράστης. Συγκεκριµένα, εµφανίζεται ως δράστης στο 56,7% των περιπτώσεων προσβολών, στο 58,3% της εξύβρισης, στο 68,8% των περιορισµών, στο 37,5% του εξαναγκασµού σε αποµόνωση από το φιλικό και συγγενικό περιβάλλον, στο 53,3% των απειλών και στο 48,6% των περιπτώσεων βαριάς σωµατικής βλάβης (ξυλοδαρµός/σοβαρά χτυπήµατα). Αντίθετα, η µητέρα εµφανίζεται συνήθως ως δράστρια στο 57,8% των περιπτώσεων άσκησης ελαφριάς σωµατικής βίας (π.χ. χαστούκι). Οι γυναίκες, επίσης, ανέφεραν ότι το 14,3% των αποπειρών σεξουαλικής παραβίασης εναντίον τους είχαν δράστες άλλους συγγενείς: το 4,8% των δραστών που εξανάγκασαν τη γυναίκα σε σεξουαλική επαφή κατά το παρελθόν (στην παιδική/εφηβική ηλικία) ήταν συγγενείς (εκτός γονέων και αδελφών) και φιλικά πρόσωπα.

Πίνακας 29 ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΕΧΕΤΕ ΥΠΟΣΤΕΙ ΒΙΑ 100 80 60 40 20 0 Αποµόν ωση Ελαφ ριά Βαριά Απόπειρα Εξαν αγκασµό Προσβολές Βρισιές Περιορισµούς από φιλικό/ Απειλές σωµατική βία σωµατική βία σεξουαλικής ς σε συγγεν ικό (π.χ. (π.χ. παραβίασης σεξουαλική Πατέρα 56,7 58,3 68,8 37,5 53,3 51,1 48,6 Μητέρα 34,3 29,2 43,8 33,3 31,3 57,8 24,3 Αδελφ ό 4,5 8,3 5,2 6,3 6,7 5,6 5,4 Αδελφ ή 1,5 2,8 1 2,2 Άλλο συγγεν ή 4,5 4,2 2,1 6,3 4,4 3,3 2,7 14,3 4,8 Φιλικό πρόσωπο 1,4 4,8 Ποτέ 11,9 12,5 3,1 22,9 17,8 2,2 27 81 85,7 ∆Α 4,3 4,8 Το 5,3% των ερωτώµενων δήλωσαν ότι στο παρελθόν έχουν συζήσει/ παντρευτεί µε κάποιον άνδρα (άλλον από το σηµερινό σύζυγο/σύντροφό τους – για όσες έχουν γάµο/ σχέση στο παρόν). Μάλιστα, από τις συγκεκριµένες γυναίκες το 84,1% είχε µία σοβαρή σχέση στο παρελθόν, το 14,3% δύο και το 1,6% τρεις σχέσεις.

Πίνακας 30 Προηγούµενες σχέσεις (γάµος, αρραβώ νας, συµβίω ση) 94,7% 5,3% 0% 20% 40% 60% 80% 100% NAI OXI Μεταξύ των άλλων, οι γυναίκες σε ποσοστό 39,7% ανέφεραν ότι σε µία από τις προηγούµενες σχέσεις τους, ο πρώην σύζυγος/σύντροφός τους είχε βίαιη συµπεριφορά απέναντί τους.

Πίνακας 31 Ύπαρξη βίας σε προηγούµενες σχέσεις 100% 90% 80% 3 70% 60% 50% 40% 30% 20% 10% 0% NAI OXI Όσον αφορά στις περιπτώσεις ύπαρξης βίας σε προηγούµενες σχέσεις, αναζητήθηκε η αντίδραση των γυναικών απέναντι στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου. Από τις απαντήσεις το γυναικών, προέκυψε ότι η συντριπτική πλειοψηφία επέλεξε το χωρισµό (72%), ενώ ένα σχετικά υψηλό ποσοστό (24%) έφευγε από το σπίτι ή απειλούσε το δράστη µε χωρισµό (20%). Επίσης, το 20% των γυναικών προσπαθούσε να ηρεµήσει το σύζυγο/σύντροφο, το 16% προσπαθούσε να ξεφύγει από το βίαιο σύζυγο/σύντροφο ή ανέφερε το περιστατικό στην Αστυνοµία. Σηµειώνουµε ότι µόλις το 4% των γυναικών δεν αντιδρούσε καθόλου.

Πίνακας 32 Είδη αντίδρασης στη βία προηγούµενων συζύγων/ συντρόφων

∆εν αντιδρούσα καθόλου 4%

Χώριζα 72%

Απειλούσα ότι θα χωρίσω 20%

Κατέφευγα σε συµβουλευτικό κέντρο γυναικών 4%

Κατέφευγα σε κάποια κοινωνική υπηρεσία 4%

Μιλούσα σε συγγενείς / φίλους για το περιστατικό 12%

Πήγαινα / τηλεφωνούσα στην αστυνοµία 16%

Αντιδρούσα το ίδιο βίαια 8%

Έφευγα από το σπίτι 24%

Προσπαθούσα να ξεφύγω από το σύζυγο / σύντροφό µου 16%

Προσπαθούσα να ηρεµήσω το σύζυγο/ σύντροφό µου 20%

Στη συνέχεια διερευνήθηκε η στάση των ερωτώµενων απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία κατά των γυναικών από το σύζυγο/σύντροφό τους. Οι ερωτώµενες κλήθηκαν να χαρακτηρίσουν µία σειρά από συµπεριφορές, ως βίαιες ή όχι. Στον κατάλογο των βίαιων συµπεριφορών συµπεριλαµβάνονταν µορφές λεκτικής-ψυχολογικής βίας (προσβολές, βρισιές, καταπίεση, απειλές), κοινωνικής κακοµεταχείρισης (περιορισµός κοινωνικών επαφών), οικονοµικής αποστέρησης (στέρηση/περιορισµός οικονοµικής ελευθερίας), σωµατικής κακοποίησης (ελαφριά σωµατική βλάβη - βαριά σωµατική βλάβη) και σεξουαλικής κακοποίησης (εξαναγκασµός σεξουαλικής επαφής). Σύµφωνα µε τα παραπάνω, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: Η πλειοψηφία των ερωτώµενων χαρακτηρίζει ως βία όλες τις µορφές βίαιης συµπεριφοράς που ασκείται από το σύζυγο/σύντροφο κατά των γυναικών (60,8%). Εντούτοις, οι γυναίκες φαίνεται να αναγνωρίζουν σε σηµαντικό βαθµό ως βία συµπεριφορές που συνδέονται µε τις πιο φανερές και «σοβαρές» µορφές της: τη σωµατική βία (βαριά βλάβη: 37,6%, ελαφριά βλάβη: 33,7%) και τη σεξουαλική βία (30,8%). Ακολουθούν οι συµπεριφορές που συνδέονται µε τη λεκτική και ψυχολογική βία (απειλές: 21,7%, προσβολές/βρισιές: 20,4%). Τέλος, ο περιορισµός της ελευθερίας των γυναικών σε κοινωνικό και οικονοµικό επίπεδο συγκεντρώνει τα χαµηλότερα ποσοστά στις επιλογές των ερωτώµενων (καταπίεση: 19,8%, στέρηση/περιορισµός οικονοµικής ελευθερίας: 14,8% και περιορισµός κοινωνικών επαφών: 10%).

Πίνακας 33 Συµπεριφορές των συζύγων/ συντρόφων που χ αρακτηρίζονται από τις γυναίκες ως βίαιες

Όλες οι παρακάτω Εξαναγκασµός σεξουαλικής επαφής Βαριά σωµατική βλάβη (π.χ. ξυλοδαρµός, βαριά χτυπήµατα) Ελαφριά σωµατική βλάβη (π.χ. χαστούκι) Στέρηση/ περιορισµός οικονοµικής ανεξαρτησίας Απειλές Καταπίεση Περιορισµός κοινωνικών επαφών Προσβολές/ βρισιές 14,8% 21,7% 19,8% 10,0% 20,4% 30,8% 37,6% 33,7% 60,8% 0% 10% 20% 30% 40% 50% 60% 70% Από τις παραπάνω αναφορές υποδεικνύεται το γεγονός ότι στις κοινωνικές αντιλήψεις έχει επικρατήσει η σωµατική και σεξουαλική κακοποίηση ως βίαιη συµπεριφορά, ενώ µεγαλύτερη ανοχή παρουσιάζεται απέναντι στη λεκτική και τη ψυχολογική βία. Η ηλικία φαίνεται να µην επηρεάζει σηµαντικά την κρίση των γυναικών σχετικά µε τις συµπεριφορές που χαρακτηρίζουν ως βίαιες. Όσον αφορά στο χαρακτηρισµό της βίας των ανδρών κατά των γυναικών-συζύγων/ συντρόφων τους, οι ερωτώµενες στην πλειοψηφία τους απάντησαν ότι πρόκειται για σοβαρή εγκληµατική πράξη (76%). Ένα σχετικά χαµηλό ποσοστό, αλλά εξαιρετικής σπουδαιότητας για τα ερευνητικά δεδοµένα, χαρακτηρίζει την ενδο-οικογενειακή βία ως λάθος, αλλά όχι έγκληµα (11,2%). Παράλληλα, το 2,3% των ερωτώµενων δήλωσε ότι η βία είναι κάτι που απλά συµβαίνει. Πίνακας 34 Χαρακτηρισµός βίας κατά των γυναικών από το σύζυγο/ σύντροφο 76,0% 80% 70% 60% 50% 40% 30% 20% 10% 9,4% 11,2% 2,3% 0,8% 0,3% 0% Σοβαρή εγκληµατική πράξη Ελαφρά εγκληµατική πράξη Λάθος, αλλά όχι έγκληµα Κάτι που απλά συµβαίνει ∆εν είµαι σίγουρη ∆εν γνωρίζω/ ∆εν απαντώ Από το σύνολο των γυναικών που την περίοδο της έρευνας διατηρούσαν δεσµό/σχέση, το 68,3% συµβίωνε µε το σύζυγο/σύντροφο περισσότερο από 10 έτη, το 14,8% µεταξύ 1- 5 ετών και το 13,9% για 6-10 έτη. Πίνακας 35 Χρονικό διάστηµα συµβίωσης των συζύγων/ συντρόφων 100% 90% 80% 70% 60% 50% 40% 30% 20% 10% 0% 68,3% 13,9% 14,8% < 10 έτη 6- 10 έτη 1- 5 έτη Επίσης, το διάστηµα µεταξύ 1-3 χρόνων είναι το πιο σύνηθες διάστηµα που αφορά στη γνωριµία των συζύγων/συντρόφων πριν προχωρήσουν σε σοβαρή δέσµευση (συµβίωση/ αρραβώνα/γάµο) (29,3%). Το 21,9% των γυναικών γνωρίζονταν λιγότερο από ένα χρόνο µε το σύζυγο/σύντροφό τους πριν δεσµευτούν σοβαρά και το 20,5% λιγότερο από 3 µήνες. Πίνακας 36 Χρονικό διάστηµα γνω ριµίας του ζευγαριού πριν τη σοβαρή δέσµευση 7,1% 8,4% 20,5% 29,3% 12,5% 21,9% > 3 µήνες > 6 µήνες > 1 έτ ος 1- 3 έτ η 3- 5 έτ η < 5 έτ η Οι γυναίκες του δείγµατος στη συντριπτική πλειοψηφία τους, δεν χαρακτηρίζουν βίαιη τη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου τους (91,3%). Πίνακας 37 Χαρακτηρισµοί τω ν γυναικώ ν για τη συµπεριφ ορά του συζύγου/ συντρόφ ου τους 91,30% 8,80% 0% 20% 40% 60% 80% 100% Μη βίαιη συµπεριφορά συζύγου/ συντρόφου Βίαιη συµπειφορά συζύγου/ συντρόφου Αναφορικά µε τις διάφορες µορφές βίας, καταγράφεται ότι το 56% των γυναικών του δείγµατος βιώνουν µερικές φορές ή/και συχνά καταχρηστικές συµπεριφορές του συζύγου/συντρόφου τους, οι οποίες συνδέονται µε τη λεκτική ή/και την ψυχολογική βία. Συγκεκριµένα, το 19% των γυναικών δήλωσαν ότι µερικές φορές έως και συχνά ο σύζυγος/σύντροφός τους τις προσβάλλει και το 16,4% ότι τις βρίζει. Αντίστοιχα, το 10,9% του δείγµατος περιορίζεται µερικές φορές ή συχνά από το σύζυγο/σύντροφο και το 5,5% αναγκάζεται από το σύζυγο/σύντροφο σε περιορισµό από το φιλικό και οικογενειακό (στενό ή ευρύτερο) περιβάλλον. Τέλος, το 4,3% των γυναικών του δείγµατος, δήλωσαν ότι µερικές φορές ή συχνά βιώνουν απειλές από το σύζυγο/σύντροφό τους. Πίνακας 38 Είδη λεκτικής/ ψυχολογικής κακοποίησης που βιώνουν οι γυναίκες Προσβολές Βρισιές Περιορισµ οί Απ οµ όν ωση απ ό το φιλικό/ οικογ εν ειακό περιβάλ λον Απ ειλές 20% 18% 16% 14% 12% 10% 8% 6% 4% 2% 0% 19% 16,40% 10,90% 5,50% 4,30% Επίσης, το 3,6% των γυναικών ανέφερε ότι µερικές φορές ή/και συχνά ο σύζυγος/σύντροφός τους τούς ασκεί σωµατική βία και το 3,5% εξαναγκάζεται από αυτόν σε σεξουαλική επαφή µερικές φορές ή/ και συχνά. Πίνακας 39 Μορφέ ς κακοποί ησης που υφί στ αν τ αι οι γ υν αίκε ς από τ ους συζ ύγ ους/ συν τ ρόφους Σωµατ ι κή βία; 3,6% Σε ξουαλ ι κή βί α; 3,5% Λε κτ ι κή/ Ψυχ ολ ο γ ι κή βί α; 56,0% Με καταγεγραµµένη την εµφάνιση και τη συχνότητα των διαφόρων µορφών βίαιης συµπεριφοράς των συζύγων/ συντρόφων, ζητήσαµε από τις γυναίκες που βιώνουν καταστάσεις βίας, να αξιολογήσουν τα περιστατικά ανάλογα µε τη σοβαρότητά τους. Από τα δεδοµένα που συλλέχθηκαν, προκύπτει ότι σε γενικές γραµµές οι γυναίκες-θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας αξιολογούν ως ιδιαίτερα σοβαρά τα περιστατικά που συνδέονται µε τη σωµατική βία (93,1%), τις απειλές (82,4%) και τον εξαναγκασµό σε αποµόνωση από το φιλικό και συγγενικό περιβάλλον (79,7%). Ως ιδιαίτερα σοβαρά περιστατικά, κρίνονται ο εξαναγκασµός σε σεξουαλική επαφή (72,3%), ο περιορισµός (59,4%), η εξύβριση (53,5%) και, τέλος, οι προσβολές (49,7%). Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι µόλις το 21,5% των θυµάτων ενδο-οικογενειακής βίας αξιολογεί τον εξαναγκασµό σε σεξουαλική επαφή ως λίγο ή ελάχιστα σοβαρό περιστατικό. Πίνακας 40 Αξιολόγηση βίαιων περιστατικών ανάλογα µε τη µορφή τους Α πόλυτα Εξαναγκασµός σεξουαλικής επαφής σοβαρό Πολύ σοβαρό Άσκηση σωµατικής βίας Σοβαρό Απειλές Αποµόνωση από το φιλικό και οικογενειακό Μέτρια σοβαρό περιβάλλον Λίγο σοβαρό Εξύβριση Ελάχιστα Περιορισµός σοβαρό Καθόλου Προσβολές σοβαρό 0% 20% 40% 60% 80% 100% 120% Προσβολές Περιορισµός Εξύβριση Αποµόν ω ση από το φιλικό και οικογεν ειακό Απειλές Άσκηση σω µατικής βίας Εξαν αγκασµός σεξουαλικής επαφής Καθόλου σοβαρό 6,0% 4,7% 5,0% 1,1% 1,4% Ελάχιστα σοβαρό 11,9% 7,9% 11,9% 1,1% 5,4% 13,8% Λίγο σοβαρό 13,5% 11,1% 14,2% 5,6% 5,4% 4,2% 7,7% Μέτρια σοβαρό 18,8% 16,8% 15,4% 12,4% 5,4% 2,8% 6,2% Σοβαρό 25,8% 22,6% 23,0% 25,8% 16,2% 11,1% 12,3% Πολύ σοβαρό 15,1% 22,6% 19,2% 23,6% 33,8% 29,2% 18,0% Απόλυτα σοβαρό 8,8% 14,2% 11,3% 30,3% 32,4% 52,8% 41,5% Αναφορικά µε την παρουσία των παιδιών στα περιστατικά βίας, το 49,2% επεσήµανε ότι τα παιδιά δεν είναι ποτέ µάρτυρες σκηνών βίας, ενώ µερικές φορές ή συχνά τυχαίνει να είναι παρόντα (28,4%)˙ το 22,2% δήλωσε ότι τα παιδιά σπάνια βρίσκονται µπροστά σε παρόµοια περιστατικά. Πίνακας 41 Παρουσία των παιδιών της οικογένειας στα περιστατικά βίας 50,0% 40,0% 30,0% 20,0% 10,0% 0,0% Ποτέ Σπάνια Μερικές φορές Συχνά ∆εν απαντώ Σχετικά µε την καταγραφή της αντίδρασης των παιδιών στα περιστατικά βίας, στα οποία αυτά είναι παρόντα, το 32,1% δήλωσε ότι προσπαθούν να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφο, το 21,9% ανέφερε ότι κλείνονται στο δωµάτιό τους, ενώ το 17,5% ότι ξεσπάει σε κλάµατα. Πίνακας 42 Μορφές αντίδρασης των παιδιών που είναι παρόντα στα περιστατικά βίας ∆εν απαντώ 1,5% ∆εν θυµάµαι 0,7% Επιτίθονται στον πατέρα τους 6,6% Υποστηρίζουν τον πατέρα τους 0,7% ∆εν αντιδρούν καθόλου 13,9% Τηλεφωνούν/ πηγαίνουν στην Αστυνοµία Απειλούν ότι θα τηλεφωνήσουν/ πάνε στην Αστυνοµία Απειλούν ότι θα τηλεφωνήσουν για βοήθεια σε συγγενείς/ φίλους 0,7% 2,2% 0,7% Ξεσπάνε σε κλάµατα 17,5% Αντιδρούν βίαια 5,8% Προσπαθούν να ηρεµήσουν το σύζυγο/ σύντροφο 32,1% Φεύγουν από το σπίτι 6,6% Κλείνονται στο δωµάτιό τους 21,9% Πηγαίνουν σε άλλο χώρο του σπιτιού 13,1% Εξετάζοντας το εάν ο σύζυγος/σύντροφος είναι συνήθως υπό την επήρεια ουσιών όταν έχει βίαιη συµπεριφορά, η κυρίαρχη απάντηση ήταν αρνητική: οι ερωτώµενες ανέφεραν ότι τα περιστατικά βίας που συµβαίνουν στην οικογένεια, δεν ακολουθούν ποτέ τη χρήση/κατάχρηση αλκοόλ/ουσιών (61,9%). Πίνακας 43 ΒΙΑΙΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΑΛΚΟΟΛ/ΟΥΣΙΩΝ 70,00% ΠΟΣΟΣΤΟ 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 61,90% 11,40% 14,30% 11,40% 1% Ποτε Σπ ανια Μερικες φορες Συχνα ∆Α 0,00% Σχετικά µε το αν υπήρξε τραυµατισµός της γυναίκας-θύµατος, τι είδους ήταν ο τελευταίος και κατά πόσο ζήτησε άµεσα ιατρική βοήθεια και πού της παρασχέθηκε, τα δεδοµένα που συλλέχθηκαν περιγράφονται ως εξής: το 64,8% των ερωτώµενων γυναικών ανέφεραν ότι δεν έχουν τραυµατιστεί ποτέ από το σύζυγο/σύντροφο. Από το 32,4% των γυναικών που δήλωσε ότι τραυµατίστηκε από το δράστη, το 85,3% απέκτησε µώλωπες και το 41,2% είχε µόνο εκδορές. Πίνακας 44 ΕΙ∆ΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ 90 80 70 60 50 ΠΟΣΟΣΤΟ 40 30 20 10 85,3 41,2 14,7 5,9 0 Μώλωπ ες Γρατζουνιές Κόψιµο/εκδορές Κάταγµα/τα Όσον αφορά στην ιατρική βοήθεια που δέκτηκαν οι γυναίκες-θύµατα ενδο- οικογενειακής βίας, το 70,6% δήλωσε ότι δεν χρειάσθηκε να αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Το 90% αναζήτησε αµέσως ιατρική βοήθεια, ενώ από αυτό το ποσοστό, το 70% των γυναικών απευθύνθηκε σε δηµόσιο νοσοκοµείο. Σχετικά µε την κλιµάκωση ή αποκλιµάκωση της βίαιης συµπεριφοράς του συζύγου/συντρόφου των ερωτωµένων σε συνάρτηση µε την πάροδο του χρόνου, το 21% απάντησε ότι έγινε λιγότερο συχνή και λιγότερο βίαιη, ενώ το 24,8% ανέφερε ότι η τελευταία δεν άλλαξε καθόλου. Πίνακας 45 ΒΙΑΙΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟ∆Ο ΧΡΟΝΟΥ 30 25 20 15 11,4 18,1 14,3 24,8 21 10 5 2,9 3,8 0 Περισσότερο συχνή Περισσότερη βίαιη Περισσοτερη συχνή και βίαιη Λιγότερο συχνή Λ ιγότερο βίαιη Λ ιγότερη συχνή και βίαιη ΣΥΜΠΕΡΙΦ ΟΡΑ ∆εν άλλαξε καθόλου Αναφορικά µε το χρονικό διάστηµα που παρατηρείται η καταχρηστική συµπεριφορά στην οικογένεια, το 56,2% από τις γυναίκες που ανέφεραν ότι υφίστανται βία οποιασδήποτε µορφής, δήλωσε ότι υφίστανται κακοµεταχείριση επί δέκα έτη και άνω, ενώ το 20% των ερωτώµενων προσδιόρισε την άσκηση βίας από το σύζυγο/σύντροφο τα τελευταία 1-5 έτη. Σχετικά µε την αντίδραση των γυναικών στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου, το 34,3% προσπάθησε να ηρεµήσει τον τελευταίο, το 26,7% απείλησε ότι θα χωρίσει, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 22,9% είτε προσπάθησε να ξεφύγει, είτε αντέδρασε το ίδιο βίαια. Στο κατά πόσον η γυναίκα αισθάνεται υπεύθυνη για ό,τι αφορά στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της, το 62,9% των γυναικών απάντησε ότι δεν αισθάνεται υπεύθυνο, ενώ το 25,7% δήλωσε ότι αισθάνεται υπεύθυνο µερικές φορές. Πίνακας 46 ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΒΙΑΙΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΥΖΥΓΟΥ/ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ∆εν είµαι σίγ ουρη 8,6 Όχι 62,9 Ναι, µερικές φορές 25,7 Ναι, π άντα 2,9 0 10 20 30 40 50 60 70 ΠΟΣΟΣΤΟ Θα πρέπει να επισηµανθεί ότι το 40% των ερωτώµενων θεωρεί ότι βαθµό ευθύνης φέρει κυρίως ο άνδρας, ενώ το 33,3% κρίνει ότι ευθύνονται οι ίδιες οι γυναίκες για τα περιστατικά βίας. Πίνακας 47 ΒΑΘΜΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑΣ ΕΡΩΤΩΜΕΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ/ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ 40 35 30 25 ΠΟΣΟΣΤΟ % 20 33,3 40 15 10 5 6,7 13,3 6,7 0 Πολ ύ υπεύθυνη Αρκετά υπεύθυνη Μ έτρια υπεύθυνη Λίγ ο υπεύθυνη Ελ άχιστα υπεύθυνη Στην ερώτηση που τέθηκε στις γυναίκες-ερωτώµενες σχετικά µε το αν έχουν εκµυστηρευτεί/µιλήσει σε κάποιον για τα περιστατικά ενδο-οικογενειακής βίας, αναφέρθηκε ότι οι περισσότερες έχουν µιλήσει σε κάποιο άλλο άτοµο για τη βία που υπέστησαν/υφίστανται (61%)˙ αρνητική απάντηση έδωσε το υπόλοιπο 39%. Πίνακας 48 Εκµυστήρευση βίαιης συµπεριφοράς συζύγου/ συντρόφου 70% 60% 50% 40% 30% 61% 39% 20% 10% 0% ΝΑΙ ΟΧΙ Από τα θύµατα κακοποίησης που εκµυστηρεύτηκαν τη βία του συζύγου/ συντρόφου τους, παρατηρούµε ότι η µεγάλη πλειοψηφία απευθύνθηκε σε µέλη της οικογένειας (60,9%), σε φίλους (46,9%) και σε συγγενείς (35,9%). Πίνακας 49 Φορείς/ πρόσωπα στα οποία εκµυστηρεύτηκε τη βία του συζύγου/ συντρόφου του το θύµα κακοποίησης 1,6% Σε συµβουλευτικό κέντρο γυναικών 1,6% 1,6% Σε δικηγόρο 9,4% 9,4% Σε γιατρό 3,1% 9,4% Σε συγγενείς 35,9% 60,9% Σε φίλους 46,9% 2. ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Σύµφωνα µε τις ερευνητικές υποθέσεις, διερευνήθηκε η σχέση που ενδεχόµενα συνδέει τη γεωγραφική περιοχή όπου διέµεναν οι γυναίκες του δείγµατος µε: α) την εµφάνιση ενδο-οικογενειακής βίας κατά των γυναικών β) την έµµεση γνώση περιστατικών βίας και γ) τη στάση των γυναικών απέναντι στην ενδο- οικογενειακή βία. Οι γεωγραφικές περιοχές όπου διεξήχθηκε η έρευνα χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: α) αστικές, β) ηµι-αστικές και γ) αγροτικές. Οι γυναίκες που διέµεναν σε αστικά κέντρα την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, αποτέλεσαν το 59,67% του δείγµατος. Αντίστοιχα, το 12,5% των ερωτώµενων διέµενε σε ηµι-αστικά κέντρα και το 27,83% σε αγροτικές περιοχές. Αναφορικά µε τη γεωγραφική περιοχή και την εµφάνιση βίας, παρατηρούµε ότι οι γυναίκες που διαµένουν σε ηµι-αστικές περιοχές υφίστανται συχνότερα από τις γυναίκες των αστικών κέντρων και των αγροτικών περιοχών οποιαδήποτε µορφή βίας (λεκτική, ψυχολογική, σωµατική και σεξουαλική) από το σύζυγο/ σύντροφό τους. Αναλυτικότερα, το 61,9% των γυναικών που διαµένουν σε ηµι-αστικά κέντρα, βιώνει µερικές φορές ή/ και συχνά καταχρηστικές συµπεριφορές του συζύγου/συντρόφου, οι οποίες συνδέονται µε λεκτική ή/ και ψυχολογική βία. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες που διαµένουν στα αστικά κέντρα, είναι 58,2% και για τις γυναίκες των αγροτικών περιοχών ανέρχεται στο 48,3%. Πίνακας 50 Είδη λεκτικής/ ψυχολογικής βίας ανά γεωγραφική περιοχή Αγροτικές Περιοχές 16,2 3,3 3,3 Ηµιαστικά κέντρα 18 4,6 7,4 Αστικά κέντρα 16 6,7 4,1 0% 10% 20% 30% 40% 50% 60% 70% 80% 90% 100% Προσβολές Περιορισµός Βρισιές Αποµόνωση από φιλικό/ οικογενειακό περιβάλλον Απειλές Επίσης, το 5,3% των γυναικών των ηµι-αστικών περιοχών, το 3,7% των γυναικών των αστικών περιοχών και το 3% των γυναικών των αγροτικών περιοχών υφίσταται µερικές φορές ή/ και συχνά σωµατική βία από το σύζυγο/ σύντροφο. Αντίστοιχα, το 4% των γυναικών που διαµένουν σε ηµι-αστικά κέντρα, το 3,4% των γυναικών που διαµένουν σε αστικά κέντρα και το 3,3% των γυναικών που διαµένουν σε αγροτικές περιοχές, δήλωσε ότι µερικές φορές ή/ και συχνά εξαναγκάζεται από το σύζυγο/ σύντροφο σε σεξουαλική επαφή. Πίνακας 51 Μορφές βίας ανά γεωγραφική περιοχή Αγροτικές Περιοχές 48,3 3,3 Ηµιαστικά κέντ ρα 61,9 5,3 4 Αστικά κέντ ρα 58,2 3,7 3,4 0 20 40 60 80 Λεκτ ική/ Ψυχολογική βία Σω µατική βία Σεξουαλική βία Όσον αφορά στην έµµεση γνώση περιστατικών ενδο-οικογενειακής βίας κατά των γυναικών, παρατηρείται διαφοροποίηση ως προς τη γεωγραφική περιοχή. Συγκεκριµένα, το 26% των γυναικών που διαµένουν σε αστικά κέντρα, γνωρίζει κάποια γυναίκα (συγγενή ή φίλη) που υπήρξε ή/και εξακολουθεί να είναι θύµα της βίαιης συµπεριφοράς του συζύγου/συντρόφου της. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες που διαµένουν σε ηµι-αστικά κέντρα, είναι 17,3% και 21,3% για όσες διαµένουν σε αγροτικές περιοχές . Πίνακας 52 Έµµεση γνώση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών ανά γεωγραφική περιοχή 30,0% 25,0% 20,0% 15,0% 10,0% 26,0% 17,3% 21,3% 5,0% 0,0% 1 Αστικά κέντρα Ηµιαστικά κέντρα Αγροτικές περιοχές Η στάση των ερωτώµενων απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία κατά των γυναικών από το σύζυγο/σύντροφό τους φαίνεται ότι διαφοροποιείται ανάλογα µε τη γεωγραφική περιοχή. Συγκεκριµένα, οι γυναίκες που διαµένουν στα αστικά κέντρα, τείνουν να θεωρούν το σύνολο των καταχρηστικών συµπεριφορών ως βίαιες (64,9%) σε σχέση µε τις γυναίκες που διαµένουν στα ηµι-αστικά κέντρα (53,3%) και στις αγροτικές περιοχές (55,4%). Πίνακας 53 Χαρακτηρισµός βίαιης συµπεριφ οράς ανά γεω γραφ ική περιοχή 70,0% 60,0% 50,0% 40,0% 30,0% 20,0% 10,0% 0,0% Αστικά κέντρα Ηµιαστικά κέντρα Αγροτικές περιοχές Προσβολές/βρισιές Περιορισµός κοινωνικών επαφών Καταπίεση Απειλές Στέρηση/ περιορισµός οικονοµικής ανεξαρτησίας Ελαφριά σωµατική βλάβη Βαριά σωµατική βλάβη Εξαναγκασµός σεξουαλικής επαφής Όλες οι παραπάνω Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το χαµηλό ποσοστό των γυναικών που διαµένουν σε αγροτικές περιοχές, συγκριτικά µε τις γυναίκες που κατοικούν σε αστικά/ηµι-αστικά κέντρα, όσον αφορά στο χαρακτηρισµό - ως βίαιη συµπεριφορά - του περιορισµού των κοινωνικών επαφών που επιβάλλει ο σύζυγος/σύντροφος στη σύζυγο/σύντροφό του, (7,8%), καθώς επίσης και τη στέρηση/περιορισµό της οικονοµικής ανεξαρτησίας της γυναίκας (10,5%). Η στάση αυτή ενδέχεται να αντανακλά το ρόλο της γυναίκας στις αγροτικές περιοχές που είναι περισσότερο κοντά στο «παραδοσιακό» µοντέλο. Όσον αφορά στο χαρακτηρισµό της βίας των ανδρών κατά των γυναικών-συζύγων/ συντρόφων τους, οι ερωτώµενες στην πλειοψηφία τους απάντησαν ότι πρόκειται για σοβαρή εγκληµατική πράξη (αστικά κέντρα:79,6% , ηµι- αστικά κέντρα: 76,7% , αγροτικές περιοχές: 68%). Αξίζει να σηµειωθεί ότι το 15,9% των γυναικών που κατοικεί σε αγροτικές περιοχές, δηλώνει ότι η ενδο-οικογενειακή βία είναι λάθος, αλλά όχι έγκληµα και το 6,7% των γυναικών που διαµένει σε ηµι- αστικά κέντρα, θεωρεί ότι η βία µεταξύ συζύγων/συντρόφων είναι κάτι που απλά συµβαίνει. Πίνακας 54 Χαρακτηρισµός της βίας κατά τω ν γυναικώ ν από το σύζυγο/ σύντροφ ο ανά περιοχή 90,0% 80,0% 70,0% 60,0% 50,0% 40,0% 30,0% 20,0% 10,0% 0,0% Σοβαρή εγκληµατική πράξη Ελαφρά εγκληµατική πράξη Λάθος, αλλά όχι έγκληµα Κάτι που απλά συµβαίνει Αστικά κέντ ρα Ηµιαστ ικά κέντρα Αγροτ ικές περιοχές H διερεύνηση της σχέσης µεταξύ του ιστορικού βίας της γυναίκας- θύµατος και της εµφάνισης µεταγενέστερης βίας, έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές. Στο ιστορικό της γυναίκας- θύµατος περιλαµβάνονται πληροφορίες που αφορούν σε δύο τύπους βίας που µπορεί να έχει υποστεί η γυναίκα στην παιδική της ηλικία: α) έκθεση σε βίαιη συµπεριφορά των γονέων (µάρτυρας σκηνών βίας µεταξύ των γονέων), β) η ίδια να έχει υπάρξει θύµα ενδο-οικογενειακής βίας. Τα πορίσµατα διαφόρων ερευνών147 έχουν δείξει ότι υπάρχει υψηλός βαθµός συσχέτισης µεταξύ κακοποίησης στην παιδική ηλικία και στην ενήλικη ζωή: οι γυναίκες µε ιστορικό παιδικής κακοποίησης εµφανίζεται να έχουν µεγαλύτερες πιθανότητες κακοποίησης ως ενήλικες από τον υπόλοιπο πληθυσµό. Η θυµατοποίηση της γυναίκας κατά την παιδική της ηλικία οδηγεί σε αυξηµένη ευπάθεια σε κακοποίηση στην ενήλικη ζωή (επαναθυµατοποίηση). Πολύ συχνά συναντάµε κακοποιηµένες γυναίκες, που υπήρξαν θύµατα παιδικής κακοποίησης και 147 Ενδεικτικά αναφέρουµε: Μessman-Moore T. L. & Long P., Child Sexual...ό.π.; Messman T. L. & Long P. J., Child Sexual Abuse and Its....ό.π. ; Fergusson D. M., Horwood L.J. & Lynskey M.T.,Childhood Sexual...ό.π.; Urquiza A. J. & Goodlin-Jones B. L., Child Sexual...ό.π.; Walker L. E. & Brown A., Gender and...ό.π. ; Kalmuss D., The Intergenerational...ό.π. Seltzer J. A. & Kalmuss D., Socialization and ...ό.π.; Caetano R., Field C. A. & Nelson S., Association Between...ό.π.; Ηolden G. W., Geffner R. & Jouriles E. N., Children Exposed...ό.π. που έχουν κατά το παρελθόν βιώσει την καταχρηστική συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου σε περισσότερες από µία σχέσεις. Η επαναθυµατοποίηση (revictimization) µπορεί να επισυµβεί υπό τη µορφή σεξουαλικής επίθεσης, ψυχολογικής κακοµεταχείρισης, ή σωµατικής κακοποίησης. Οι παράγοντες που είναι δυνατόν να αυξήσουν την ευπάθεια στην επαναθυµατοποίηση, µπορεί να είναι οι µαθηµένες δυσπροσαρµοστικές συµπεριφορές, πεποιθήσεις και στάσεις του θύµατος148. Τα αποτελέσµατα της συγκεκριµένης έρευνας φαίνεται να επιβεβαιώνουν ως ένα βαθµό τη συγκεκριµένη υπόθεση: από το σύνολο των γυναικών του δείγµατος που αυτοπροσδιορίζονται ως κακοποιηµένες (8,75%), οι γυναίκες που έχουν υπάρξει: α) µάρτυρες σκηνών βίας στην οικογένεια που µεγάλωσαν β) θύµατα ενδο- οικογενειακής βίας κατά την παιδική ηλικία και γ) θύµατα βίας σε προηγούµενες ερωτικές σχέσεις κατά την ενήλικη ζωή, παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά κακοποίησης σε σχέση µε τις υπόλοιπες γυναίκες, για τις οποίες δεν ισχύει καµία από τις παραπάνω συνθήκες. Αναλυτικότερα, το 26,3% των γυναικών που υπήρξαν µάρτυρες βίας µεταξύ των γονέων τους, ζουν σήµερα µε ένα βίαιο σύζυγο/σύντροφο. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες που δεν υπήρξαν µάρτυρες της βίας των γονέων τους, αλλά σήµερα ζουν σε µια βίαιη σχέση, είναι 16,8%. Πίνακας 55 ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ: Α) ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΚΗΝΩΝ ΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΟΧΙ ΝΑΙ 0,00% 5,00% 10,00% 15,00% 20,00% 25,00% 30,00% Το 29,2% των γυναικών που υπήρξαν θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας κατά την παιδική τους ηλικία, είναι θύµατα και στην ενήλικη ζωή τους και συµβιώνουν µε 148 Wheeler J. R. & Berliner L., Treating The Effects Of Sexual Abuse On Children, στο G. E. Wyatt & G. J. Powell (επιµ.), Lasting Effects Of Child Sexual Abuse, Newbury Park, Sage Publications, 1988, σελ. 227-247. ένα βίαιο σύζυγο/σύντροφο. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις κακοποιηµένες γυναίκες που δεν είχαν ιστορικό θυµατοποίησης κατά την παιδική τους ηλικία, είναι 16,8%. Πίνακας 56 ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ: Β) ΘΥΜΑ ΕΝ∆ΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙ∆ΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ 0,00% 10,00% 20,00% 30,00% 40,00% 50,00% ΝΑΙ ΟΧΙ Τέλος, το 28% των γυναικών που είχαν υποστεί βία από προηγούµενους συζύγους/ συντρόφους σε παρελθοντικές σχέσεις, παραµένουν θύµατα βίας στην παρούσα σχέση τους. Το αντίστοιχο ποσοστό των κακοποιηµένων γυναικών που δεν είχαν προηγούµενους βίαιους συντρόφους, είναι 19,2%. Πίνακας 57 ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΒΙΑΣ: Γ) ΒΙΑΙΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΑΠΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΣΥΖΥΓΟ/ ΣΥΝΤΡΟΦΟ 0% 10% 20% 30% 40% 50% ΝΑΙ ΟΧΙ Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η ύπαρξη ιστορικού προηγούµενης βίας στη γυναίκα επηρεάζει την εµφάνιση βίας στις παρούσες σχέσεις της. Ισχυρότερη σχέση παρατηρείται µεταξύ της παρούσας βίας και της εµπειρίας της παιδικής κακοποίησης, ενώ παρουσιάζεται λιγότερο ισχυρός συσχετισµός µεταξύ της παρούσας βίας που υφίσταται η γυναίκα και της έκθεσης σε βία κατά την παιδική της ηλικία, καθώς και της εµφάνισης βίας σε προηγούµενες σχέσεις της ενήλικης ζωής της. Τα κοινωνιο-δηµογραφικά χαρακτηριστικά των γυναικών που συµµετείχαν στην έρευνα για την ενδο-οικογενειακή βία διασταυρώθηκαν µε τις µορφές βίας, προκειµένου να ελεγχθεί ο βαθµός συσχέτισης των δύο µεταβλητών, όπως αυτή περιγράφεται τόσο βιβλιογραφικά, όσο και ερευνητικά. Η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, το µορφωτικό επίπεδο, η επαγγελµατική κατάσταση και το εισόδηµα, συχνά εξετάζονται σε συνάρτηση µε την σωµατική, σεξουαλική και λεκτική/ ψυχολογική βία. Τα πορίσµατα διαφόρων µελετών149 ενισχύουν τον στατιστικά ικανό βαθµό συσχέτισης µεταξύ µορφών βίας και κοινωνιο- δηµογραφικών χαρακτηριστικών. Τα αποτελέσµατα της παρούσας έρευνας επιβεβαιώνουν έως ένα βαθµό τον παραπάνω συσχετισµό: παρατηρούµε ότι µε την πάροδο του χρόνου η λεκτική/ ψυχολογική βία κλιµακώνεται. Αναλυτικότερα, από το 11,22% των γυναικών που απάντησαν ότι υφίστανται µερικές φορές έως και συχνά λεκτική /ψυχολογική βία, το 6,58% ανήκει στην ηλικιακή οµάδα των 18-24 ετών, ενώ στις γυναίκες ηλικίας 55-60 ετών, το ποσοστό ανέρχεται στο 13,1%. 149 Ενδεικτική βιβλιογραφία Aldarondo, E., & Sugarman, D. B. Risk Marker Analysis of the Cessation and Persistence of Wife Assault, Journal of Consulting and Clinical Psychology, 64, 5, 1996, σελ. 1010-1019. ; Conger, R. D., Elder, G. H., Lorenz, K. J., Conger, R. L., Simons, R. L., Whitbeck, L. B., Huck, S., & Melby, J. N. Linking Economic Hardship to Marital Quality and Instability, Journal of Marriage and the Family, 52, 3, 1990, σελ. 243-656. Dibble, U., & Straus, M. A. Some Social Structure Determinants of Inconsistency Between Attitudes and Behavior: The Case of Family Violence, Journal of Marriage and the Family, 42, 1, 1980, σελ. 71-80. ; Downs, W. R., Miller, B. A., & Panek, D. D., Differential Patterns of Partner-to- woman Violence: A Comparison of Samples of Community, Alcohol-abusing, and Battered Women, Journal of Family Violence, 8, 2, 1993, σελ. 113-135. ; Hornung, C. A., McCullough, B. C., & Sugimoto, T. Status Relationships ...ό.π. ; Hotaling, G. T., & Sugarman, D. B., An Aalysis of Risk Markers in Husband to Wife Violence: The Current State of Knowledge, Violence and Victims, 1, 2, 1986, σελ. 101- 124. ; Kaufman Kantor, G,. Ethnicity, Alcohol, and Family Violence: A Structural and Cultural Interpretation, Paper presented at the Forty-second Annual Meeting of the American Society of Criminology, Baltimore, MD, 1990. ; Mirrlees-Black C. & Byron C., Domestic Violence...ό.π. ; Pagelow, M. D. Family Violence...ό.π. ; Straus, M. A., & Gelles, R. J. Physical violence in American families: Risk factors and adaptations to violence in 8,145 families, New Brunswick, New Jersey, Transaction, 1990. Straus, M. A., Gelles, R. J., & Steinmetz, S. Behind Closed Doors: Violence in the American Family, Garden City, New Jersey, Anchor Press, 1980. ; Sugarman, D. B., Aldarondo, E., & Boney-McCoy, S. Risk Marker Analysis of Husband-to-wife Violence: A Continuum of Aggression, Journal of Applied Social Psychology, 26, 4, 1996, σελ. 313-337. Πίνακας 58 ΕΙ∆ΟΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΗΛΙΚΙΑ 55-60 4,30% 4,80% 13,10% 45-54 4,80% 6,10% 13,06% 3% 35-44 3% 12,62% 25-34 1,30% 2,10% 8,64% 18-24 1,60% 3,90% 6,58% 0,00% 2,00% 4,00% 6,00% 8,00% 10,00% 12,00% 14,00% ΠΟΣΟΣΤΟ % ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΣΩΜ ΑΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ Όσον αφορά στη σωµατική βία, παρατηρούµε ότι υπάρχουν διακυµάνσεις αναφορικά µε την ηλικία των γυναικών-θυµάτων. Από το 3,6%, το οποίο απάντησε ότι µερικές φορές έως και συχνά υφίσταται σωµατική βία, οι ηλικιακές οµάδες που υφίστανται τη συγκεκριµένη µορφή βίας σε υψηλότερο ποσοστό, είναι οι γυναίκες 45-54 ετών (4,8%) και 55-60 ετών (4,8%). Σε σχέση µε την σεξουαλική βία, από το 3,5% των ερωτωµένων, το οποίο απάντησε ότι µερικές φορές έως και συχνά υφίσταται σεξουαλική βία, οι γυναίκες 45-54 ετών την βιώνουν σε υψηλότερο βαθµό (6,1%). Μελετώντας τα ποσοστά που λαµβάνουµε από τις κατηγορίες της σωµατικής, σεξουαλικής και λεκτικής/ψυχολογικής βίας, παρατηρούµε πως, εκτός του ότι η λεκτική/ ψυχολογική βία συγκεντρώνει µεγαλύτερο ποσοστό (11,22%) από τη σωµατική (3,6%), και τη σεξουαλική βία (3,5%), οι αυξητικές τάσεις µεταξύ των τριών µεταβλητών βρίσκονται σε αλληλεπίδραση. Έτσι, όταν παρουσιάζεται µειωτική τάση στις ηλικίες 18-24 ετών (3,9%) όσον αφορά στη σωµατική βία και (1,6%) όσον αφορά στη σεξουαλική, στην ίδια ηλικιακή οµάδα παρατηρείται αύξηση της εµφάνισης της λεκτικής/ ψυχολογικής βίας (6,58%), καθώς και στην ηλικιακή οµάδα των 25-34 ετών (8,64%). Τα παραπάνω αποτελέσµατα µάς επιτρέπουν να εξάγουµε το συµπέρασµα ότι η ηλικία παίζει βασικό ρόλο στην αποδοχή, αποτροπή ή διαµόρφωση συµπεριφορών που οδηγούν σε ενδο-οικογενειακή βία. Η στάση της γυναίκας απέναντι στα βίαια περιστατικά φαίνεται να αλληλεπιδρά µε την ηλικία της: έτσι, στις γυναίκες που ήδη υφίστανται βία, η αποδοχή έχει ως αποτέλεσµα την αύξηση της τελευταίας, ενώ η αποτροπή και η διαµόρφωση συµπεριφοράς, στην εναλλαγή της σωµατικής βίας µε λεκτική/ ψυχολογική. Από τις γυναίκες που ανέφεραν ότι έχουν υποστεί σωµατική βία από το σύζυγο/σύντροφό τους, το υψηλότερο ποσοστό συγκεντρώνεται από αυτές που είχαν στοιχειώδη µερική µόρφωση (11,85%). Η τελευταία απαντάται περισσότερο συχνά και στις γυναίκες που αναφέρουν ότι έχουν υποστεί ή υφίστανται ψυχολογική/ λεκτική βία (16,22%). Από τα παραπάνω παρατηρείται ότι το µορφωτικό επίπεδο της γυναίκας- θύµατος ενδο-οικογενειακής βίας συσχετίζεται σε ένα βαθµό, αλλά όχι αιτιακά µε την εµφάνιση καταχρηστικής συµπεριφοράς σε βάρος της: οι γυναίκες µε χαµηλό µορφωτικό επίπεδο (στοιχειώδης µερική, στοιχειώδης ολική εκπαίδευση και γυµνάσιο) φαίνεται να υφίστανται σοβαρότερες µορφές βίας από ό,τι οι γυναίκες µε περισσότερο ολοκληρωµένη µόρφωση. Ταυτόχρονα, διαφαίνεται ότι οι γυναίκες µε µεταπτυχιακό τίτλο σπουδών δέχονται κυρίως προσβολές από το σύζυγο/σύντροφό τους (50% των ερωτώµενων µε µεταπτυχιακό τίτλο). Πίνακας 59 ΜΟΡΦΕΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΣΗ ΕΡΩΤΩΜΕΝΗΣ 18,00% 16,00% 14,00% 12,00% 16,22% 13,20% 12,92% 15,38% 10,00% 8,00% 6,00% 4,00% 10,50% 4,60 5,40% 6,20% 4,10% 8,34% 7,48% 9,40% 10% ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΩΜ ΑΤΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛ ΙΚΗ 2,00% 0,00% 1,40%1,80% 1,50% 0% 2% 1% 0%0% Από τις γυναίκες, οι οποίες δήλωσαν ότι δέχονται µερικές φορές έως και συχνά λεκτική/ ψυχολογική βία, το µεγαλύτερο ποσοστό συναντάται σε αυτές που δηλώνουν συνταξιούχες (17,86%), ενώ ακολουθούν οι γυναίκες που βρίσκονται σε καθεστώς µερικής απασχόλησης (12,38%). Στην περίπτωση της σωµατικής και σεξουαλικής βίας, οι γυναίκες µε µερική απασχόληση κατέχουν το υψηλότερο ποσοστό (4,6% και 5,7% αντίστοιχα). Πίνακας 60 ΜΟΡΦΕΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ 18,00% 17,86% 16,00% 14,00% 12,00% 11,34% 12,38% 10,70% 10,00% 8,00% 6,00% 4,00% 3,60% 3,20% 5,70% 4,60% 3,60% 3,60% 3,50% 3,30% 2,00% 0,00% ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΩΜ ΑΤΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ Πληρη Μερικη Συνταξιουχος ∆εν εργαζεται Όσον αφορά στην οικογενειακή κατάσταση των ερωτώµενων, από τις γυναίκες που δήλωσαν ότι δέχονται µερικές φορές έως και συχνά σωµατική βία (3,6%), οι σε διάσταση γυναίκες είναι αυτές που συγκεντρώνουν το υψηλότερο ποσοστό (37,5%), ενώ ακολουθούν οι διαζευγµένες γυναίκες µε ποσοστό της τάξης του 30,7%. Παράλληλα, από το σύνολο των γυναικών που δηλώνουν ότι υφίσταται λεκτική/ ψυχολογική βία (11,22%), το 65% απαντήθηκε στις γυναίκες που είναι σε διάσταση, ενώ το 43,06% αφορούσε στις διαζευγµένες γυναίκες. Πίνακας 61 ΜΟΡΦΕΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ 70,00% 65% 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 43,06% 30,70% 37,50% 25% 20,00% 10,00% 10,38% 2,90% 3,20% 6,48% 1,20% 1,20% 15,40% 0,00% Εγγαµος Συζει µε σχεση ∆ιαζευγµενη Σε διασταση ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ Ο συσχετισµός της οικονοµικής κατάστασης των γυναικών µε την εµφάνιση και τις µορφές βίας, δεικνύει ότι οι περισσότερες ερωτώµενες που έχουν υποστεί/ υφίστανται σωµατική βία µερικές φορές ή συχνά, έχουν µηνιαίο εισόδηµα 585 € (7,8%) . Αναφορικά µε την ψυχολογική/ λεκτική βία, το 14,56% των ερωτώµενων γυναικών αναφέρει µηνιαίο εισόδηµα 2934 €. Αξιοσηµείωτο είναι το γεγονός ότι η λεκτική βία παρουσιάζεται και στις γυναίκες µε πολύ υψηλό εισόδηµα (5870 €), υπό τη µορφή κυρίως προσβολών (50%) και ύβρεων (50%). Πίνακας 62 ΜΟΡΦΕΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΝΙΑΙΟ ΕΙΣΟ∆ΗΜΑ 20,00% 18,00% 16,00% 14,00% 12,00% 10,00% 8,00% 6,00% 4,00% 2,00% 0,00% 585 880 1174 1467 1760 2347 2934 4402 5869 5870 ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ 13,78% 11,28% 8,86% 12,08% 8,48% 8,72% 14,56% 0% 0% 20% ΣΩΜΑΤΙΚΗ 7,80% 4,40% 2,60% 3,90% 1,20% 1,40% 6,10% 0% 0% 0% ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ 6,20% 3,50% 3,10% 3,90% 0% 2,80% 3% 0% 0% 0% Η στάση των γυναικών απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία µε θύµα τη γυναίκα φαίνεται να επηρεάζεται από την ύπαρξη βίας στην παρούσα σχέση τους. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες που δεν αντιµετωπίζουν βία στη σχέση µε το σύζυγο/σύντροφό τους, παρουσιάζονται λιγότερο ανεκτικές απέναντι στην ενδο- οικογενειακή βία, την οποία - στη µεγάλη πλειοψηφία τους - χαρακτηρίζουν ως σοβαρή εγκληµατική πράξη (76,81%). Αντίθετα, ανάµεσα στις γυναίκες-θύµατα βίας από το σύζυγο/σύντροφό τους, συναντάµε τους περισσότερο ήπιους χαρακτηρισµούς για την ενδο-οικογενειακή βία, όπως ότι «πρόκειται για λάθος, αλλά όχι έγκληµα» (12,51%), ή για «κάτι που απλά συµβαίνει» (5,34%). Η διαφοροποίηση της στάσης των κακοποιηµένων και µη κακοποιηµένων γυναικών απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία δεν είναι παράδοξη, ούτε µη αναµενόµενη. Πρέπει να σηµειωθεί ότι ανάµεσα στις γυναίκες-θύµατα ενδο- οικογενειακής βίας, συναντάµε τις γυναίκες που έχουν σε µεγάλο βαθµό εσωτερικεύσει τα στερεότυπα που συνδέονται µε τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων, αποδέχονται και αναπαραγάγουν αντιλήψεις που αναφέρονται στην ευθύνη της γυναίκας για την επικράτηση της ηρεµίας και της γαλήνης στην οικογένεια. Οι γυναίκες-θύµατα αναγνωρίζουν το «δικαίωµα» του συζύγου να είναι βίαιος, όταν οι ίδιες δεν επιτελούν τα συζυγικά τους καθήκοντα, ή όταν «προκαλούν» τον άνδρα µε τη µη συµµόρφωση στις απαιτήσεις του ρόλου τους. Παράλληλα, οι γυναίκες θύµατα ενεργοποιούν αµυντικούς µηχανισµούς, προκειµένου να «επιβιώσουν» κυρίως ψυχολογικά σε µια βίαιη σχέση. Συχνά υποβαθµίζουν τη σοβαρότητα της βίας στη σχέση και προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι η βία µπορεί να είναι «µια κακιά στιγµή» στη σχέση ενός ζευγαριού, ότι συµβαίνει µέσα σε όλες τις σχέσεις και αποτελεί απλά µέρος των συζυγικών εντάσεων και διαφορών. Έτσι, συχνά καταλήγουν στη δικαιολόγηση ή/και στη νοµιµοποίηση της βίας, χαρακτηρίζοντάς την αφενός ως µία µη ορθή συµπεριφορά, αφετέρου ως µη εγκληµατική. Πίνακας 63 Στάση κακοποιηµένω ν και µη κακοποιηµένω ν γυναικώ ν απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία κατά τω ν γυναικώ ν Κάτι που απλά συµβαίνει 5,34% 1,97% Λάθος, αλλά όχι έγκληµα 12,51% 10,32% Ελαφρά εγκληµατική πράξη 8,17% 9,56% Σοβαρή εγκληµατική πράξη 73,50% 76,81% 0% 20% 40% 60% 80% 100% Κακοποιηµένες γυναίκες Μη κακοποιηµένες γυναίκες Μελέτες που έχουν γίνει αναφορικά µε τη στάση της γυναίκας απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία, επισηµαίνουν ότι υπάρχει κάποιου είδους συσχέτιση ανάµεσα στη στάση της και τον τρόπο που αντιλαµβάνεται τα βίαια περιστατικά που υφίσταται από το σύζυγο/σύντροφο˙ αναφέρεται ότι οι γυναίκες τείνουν να θεωρούν µικρής σπουδαιότητας και βαρύτητας ακόµα και περιστατικά βίας, τα οποία ενέχουν σοβαρές µορφές καταχρηστικής συµπεριφοράς, όπως η σεξουαλική ή/και η σωµατική βία. Η εξοικείωση της γυναίκας µε τη βία, ενθαρρύνει την αποδοχή της τελευταίας και την καθιστά ως και αναγκαία150. Τα στατιστικά δεδοµένα της παρούσας έρευνας δεικνύουν ότι στις γυναίκες που αυτο-προσδιορίζονται ως θύµατα ψυχολογικής/λεκτικής βίας, το 58,66% αναγνωρίζει τη συγκεκριµένη καταχρηστική συµπεριφορά ως βίαιη. Από το 3,6% των γυναικών που υφίστανται σωµατική βία, µόνο το 37,1% θεωρεί πως η τελευταία αποτελεί βίαιη συµπεριφορά εις βάρος της. Το ίδιο επισηµαίνεται και στις γυναίκες που υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση: από το 3,5% των γυναικών που αναφέρουν ότι έχουν εξαναγκαστεί/εξαναγκάζονται από το σύζυγο/σύντροφο σε σεξουαλική επαφή, µόνο το 29,5% αναγνωρίζει τη καταχρηστική συµπεριφορά του τελευταίου ως βίαιη. Πίνακας 64 ΑΥΤ ΟΠΡΟΣ∆ΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤ ΟΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ Τ ΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΒΙΑΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ 29,5 70,5 ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ 37,1 62,9 58,66 41,34 ΝΑΙ ΟΧΙ 0 10 20 30 40 50 60 70 80 90 100 ΠΟΣΟΣΤΟ Στην παρούσα έρευνα η κρίση της γυναίκας-θύµατος σε µεγάλο βαθµό είναι ευθέως ανάλογη µε τη βαρύτητα των περιστατικών βίας: όσο πιο βίαιο είναι το περιστατικό, τόσο µικρότερη είναι η τάση της γυναίκας θύµα να το αναγνωρίσει ως βίαιη συµπεριφορά. Τα αποτελέσµατα διαφόρων ερευνών για την ενδο-οικογενειακή βία151, καταδεικνύουν ότι οι κακοποιηµένες γυναίκες παρουσιάζονται ως άτοµα που έχουν εσωτερικεύσει τους στερεοτυπικούς ρόλους των φύλων, γεγονός που γίνεται φανερό από τον τρόπο που αντιµετωπίζουν το ρόλο της γυναίκας στο γάµο ή στη σχέση. Η 150 Saunders D., A typology of ...ό.π. ; Russel R. & Hulson B., Physical and ...ό.π. ; Κane T. A., Staiger P. K. & Ricciardelli L. A., Male Domestic...ό.π. 151 Ενδεικτικά αναφέρουµε: Βenjamin L. & Waltz G. R., Violence in...ό.π. ; Gelles R. J. & Cornell C. P., Intimate Violence...ό.π. ; Okun L., Woman Abuse...ό.π. ; Tifft L. L., Battering of ...ό.π. ; Walker L. E., The Battered...ό.π. ; Walker L. E., The Battered Woman Syndrome, ό.π. κακοποιηµένη γυναίκα βλέπει τον άντρα της ως κεφαλή της οικογένειας/σχέσης, ενώ δείχνει ανοχή και αισθάνεται ενοχή152 για την καταχρηστική συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της, καθώς πιστεύει ότι η συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της θα βελτιωνόταν, αν η ίδια άλλαζε τη δική της συµπεριφορά. Η αντίδραση της γυναίκας που υφίσταται βία απέναντι στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της ποικίλει και επηρεάζεται από τη µορφή της βίας, την ένταση και τη διάρκειά της153. Όπως προκύπτει από τη συγκεκριµένη έρευνα, η κύρια αντίδραση των γυναικών που αυτο-χαρακτηρίζονται ως κακοποιηµένες απέναντι στη βίαιη συµπεριφορά των συζύγων/συντρόφων τους, ανεξάρτητα από τη µορφή της, αφορά στην προσπάθειά τους να ηρεµήσουν τους δράστες (34,3%). Αρκετές γυναίκες αντιδρούν µε απειλές για χωρισµό (26,7%), προσπαθούν να ξεφύγουν από το δράστη (22,9%) ή αντιδρούν το ίδιο βίαια (22.9%). Επίσης, κάποιες επιλέγουν να εκµυστηρευτούν σε συγγενείς και φίλους τα επεισόδια βίας (20%). Πίνακας 65 Κύριες αντιδράσεις τω ν κακοποιηµένω ν γυναικώ ν απέναντι στη βίαιη συµπεριφορά τω ν συζύγω ν/ συντρόφω ν τους 20,0% Μιλώ σε συγγενείς και φίλους για το περιστατικό Αντιδρώ το ίδιο βίαια 22,9% 22,9% 26,7% 34,3% Προσπαθώ να ξεφύγω από το σύζυγο/ σύντροφο Απειλώ ότι θα χωρίσω 0,0% 10,0% 20,0% 30,0% 40,0% Προσπαθώ να ηρεµήσω το σύζυγο/ σύντροφο Παρατηρούµε επίσης ότι η αντίδραση των γυναικών διαφοροποιείται ανάλογα µε τη µορφή της βίαιης συµπεριφοράς. Συγκεκριµένα, οι γυναίκες που υφίστανται λεκτική και ψυχολογική βία (προσβολές, βρισιές, περιορισµούς, αποµόνωση από το φιλικό/ συγγενικό περιβάλλον) κυρίως προσπαθούν να 152 Αndrews B. & Brewin C. R., Attribution of ...ό.π. 153 Dobash R.E. & Dobash R., Violence Against...ό.π. ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφό τους (76,9%). Αντίστοιχα, οι γυναίκες που υφίστανται απειλές, σωµατική και σεξουαλική βία από το σύζυγο/σύντροφό τους, αντιδρούν συνήθως µε απειλές για χωρισµό προς το δράστη (76,5%). Αξίζει να σηµειωθεί ότι οι γυναίκες που υφίστανται σωµατική και σεξουαλική βία από το σύζυγο/σύντροφό τους, αντιδρούν µε χωρισµό συχνότερα (44,2%) από τις γυναίκες που υφίστανται λεκτική και ψυχολογική βία (34,5%). Πίνακας 66 Μορφές βίας και αντίδραση χω ρισµού ΧΩΡΙΣΜΟΣ 34,5% 44,2% ΛΕΚΤΙΚΗ/ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗ/ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΒΙΑ 0,0% 20,0% 40,0% 60,0% 80,0% Οι προστριβές της καθηµερινότητας είναι ικανές να πυροδοτήσουν οξείες καταστάσεις στην οικογένεια που θα µπορούσαν να οδηγήσουν στην εκδήλωση βίας µέσα σε αυτήν. Όπως καταδεικνύουν και προγενέστερες έρευνες, η λεκτική/ ψυχολογική βία αποτελεί τη συχνότερα απαντώµενη µορφή καταχρηστικής συµπεριφοράς, όταν πρόκειται για διενέξεις που προκύπτουν στο οικογενειακό πλαίσιο. Ειδικότερα, έχει επισηµανθεί ότι υπάρχει συσχέτιση µεταξύ της σύγκρουσης των µελών της οικογένειας για θέµατα καθηµερινότητας και την εµφάνιση βίας µεταξύ συζύγων/ συντρόφων.154 154 Eνδεικτικά: Straus M. A., Gelles R. J. & Steinmetz S., Behind....ό.π. ; Jacobson N. S. & Gottan J. M., When Men...ό.π. 1998. ; Gelles R. J. & Cornell C. P., Intimate Violence….ό.π. ; James R. K. & Gilliland B. E., Crisis Intervention…,ό.π., Dobash R.E. & Dobash R., Violence...ό.π.. Όπως καταγράφεται και στην παρούσα έρευνα, οι γυναίκες που αντιµετωπίζουν κάποια προβλήµατα στην καθηµερινότητα µε το σύζυγο/σύντροφο, υφίστανται κάποια µορφή βίας. Η λεκτική/ ψυχολογική βία καταγράφεται στον παρακάτω πίνακα, ως εκείνη η µορφή καταχρηστικής συµπεριφοράς που συγκεντρώνει τα υψηλότερα ποσοστά σε σχέση µε τη σωµατική και σεξουαλική βία. Πίνακας 67 ∆ΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΕΙ∆ΟΥΣ ΒΙΑΣ ΜΕ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ 45,00% 42,26% 40,00% 38,88% 34,28% 35,00% 30,00% 29,00% 25,00% 22,76% 22,52% 23,60% 24,60% 21,30% 20,00% 18,00% 15,00% 17,30% 15,80% 15,28% 9,60% 8,60% 6,60% 10,00% 4,80% 6,50% 5,00% 7,60% 4,80% 5,20% 0,00% Ασυµφων ία µε το Ασυµφων ία µε το Ασυµφων ία µε το ∆υσκολ ίες στη ∆υσκολ ίες στη Προστριβές που Αδιαφορία του σύζυγ ο /σύν τροφο για σύζυγ ο /σύν τροφο σύζυγ ο /σύν τροφο ως σεξουαλ ική ζωή συν αισθηµατική οφείλ ον ται στην συζύγ ου /συν τρόφου θέµατα στην διαχείριση των προς την αξιοποίηση επαφή παρέµβαση τρίτων απέν αν τι στις αν άγ κες καθηµεριν ότητας οικον οµικών του του ελ εύθερου µου σπιτιού χρόν ου ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΩΜ ΑΤΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ∆ΙΕΝΕΞΕΙΣ/ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜ ΕΡΙΝΗ ΖΩΗ Εξετάζοντας το θέµα της ενοχοποίησης της γυναίκας σε συνδυασµό µε την αντίδρασή της στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου, αναδεικνύονται οι διάφορες παράµετροι που δρουν µέσα στην σχέση τους. Η ενοχοποίηση της γυναίκας ενδεχοµένως βρίσκεται σε συνάρτηση µε την ψυχολογική της κατάσταση αλλά και την αποδυνάµωση της σηµασίας των βίαιων περιστατικών. Η γυναίκα-θύµα καταχρηστικής συµπεριφοράς στην οικογένεια, βρίσκεται σε κατάσταση επίκτητης αδυναµίας (learned helplessness). Παράλληλα, τείνει να διατηρεί παθητική αµυντική στάση απέναντι στο σύζυγο/σύντροφο, όταν ο τελευταίος παρουσιάζει καταχρηστική συµπεριφορά και συχνά αυτο-ενοχοποιείται, καθώς αισθάνεται ότι η ίδια έχει προκαλέσει τα βίαια περιστατικά και ότι θα πρέπει να αλλάξει τη δική της συµπεριφορά, προκειµένου να πάψει να υφίσταται βία από το σύζυγο/ σύντροφό της155. Τα αποτελέσµατα της παρούσας έρευνας δεικνύουν ότι υπάρχει διαφοροποίηση στην αντίδραση της γυναίκας, ανάλογα µε το βαθµό ενοχοποίησής της. Στην πλειοψηφία των γυναικών που αυτο-χαρακτηρίζονται ως κακοποιηµένες (8,75%) καταγράφονται οι ακόλουθες αντιδράσεις: Από το σύνολο των γυναικών που αισθάνονται υπεύθυνες για την βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου, ως πρώτη αντίδραση αναφέρεται η προσπάθεια να ηρεµήσουν τον τελευταίο (59,3%), ακολουθεί η απειλή να µιλήσουν σε συγγενείς/ φίλους (48,15%) και έπονται η προσπάθεια να ξεφύγουν (44,45%) και να µιλήσουν σε συγγενείς/ φίλους (44,45%). Χαρακτηριστικό είναι ότι καµία από τις γυναίκες δεν απευθύνθηκε σε κοινωνικές υπηρεσίες (0%). Πίνακας 68 ∆εν αντιδράσατε καθόλου Αλλο Χωρίσατε Αντιδράσεις γυναικών που αισθάνονται υπεύθυνες για την συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου 1,85 3,7 Απειλήσατε ότι θα χωρίσετε Καταφύγατε σε κάποιο κοινωνικό φορέα / συµβουλευτικό κέντρο Μιλήσατε σε συγγενείς / φίλους για το περιστατικό Απειλήσατε ότι θα µιλήσετε σε συγγενείς / φίλους για το περιστατικό Πήγατε / τηλεφωνήσατε στην αστυνοµία Απειλήσατε ότι θα πάτε στην αστυνοµία Αντιδράσατε το ίδιο βίαια 22,2 0 16,65 20,35 29,6 44,45 37,05 31,45 48,15 44,45 59,3 Φύγατε από το σπίτι Προσπαθήσατε να ξεφύγετε από το σύζυγο / σύντροφο σας Προσπαθήσατε να ηρεµήσετε το σύζυγο / σύντροφο σας 0 10 20 30 40 50 60 ΠΟΣΟΣΤΟ Η υπάρχουσα βιβλιογραφία κατατάσσει στους δείκτες πιθανής µελλοντικής κακοποίησης τη δέσµευση του ζευγαριού σε σύντοµο χρονικό διάστηµα, καθώς επισηµαίνεται ερευνητικά, σε αυτήν τη συνθήκη, η αυξηµένη πιθανότητα εµφάνισης βίας. Θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν ενοχοποιείται κατ’ αποκλειστικότητα το σύντοµο χρονικό διάστηµα σχέσης αναφορικά µε την εµφάνιση των περιστατικών βίας, αλλά 155 Αndrews B. & Brewin C. R., Attribution of...ό.π. ; Ηerbert T. B., Silver R. C. & Ellard J. H., Coping with ...ό.π. ; Ocerholser, J. C., & Moll, S.H., Who’s to blame: Attributions regarding causality in spouse abuse, Behavioral Sciences and the Law, 8, 1990, σελ. 107-120.; Walker L. E., Battered women and learned helplessness, Victimology: An International Journal, 2, 1977, σελ. 525-534 θεωρείται ως παράµετρος που συντελεί συνδυαστικά µε άλλους παράγοντες στην εµφάνιση καταχρηστικής συµπεριφοράς156. Στην παρούσα έρευνα, τα αποτελέσµατα δείχνουν ότι όσον αφορά και στις τρεις µορφές βίας – λεκτική/ψυχολογική, σωµατική, σεξουαλική - τα ποσοστά είναι αρνητικά σχετικά µε την πιθανότητα εµφάνισης βίας. Έτσι, οι γυναίκες αναφέρουν ότι ανεξάρτητα από το διάστηµα σχέσης που προϋπήρχε της σοβαρής δέσµευσης, δεν έχουν δεχτεί ποτέ ψυχολογική/ λεκτική βία. (75,28% - 84,34%). Πίνακας 69 90,00% ΛΕΚΤΙΚΗ/ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ 80,00% 70,00% 60,00% ΠΟΣΟΣΤΟ % 50,00% 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% 3µηνες 6 µηνες 1 χρονο 1-3 χρονια 3-5 χρονια 5 και π ανω ΠΟΤΕ 80,42% 78,78% 84,34% 82,28% 84,16% 75,28% ΣΠΑ ΝΙΑ 7% 8,68% 6,38% 7,72% 5,96% 6,62% ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ/ ΣΥΧΝΑ 12,60% 12,54% 9,22% 9,92% 9,52% 18,12% Το ίδιο παρατηρείται και για τη σεξουαλική βία, όπου τα ποσοστά στην υπο-κλίµακα «ποτέ», κυµαίνονται µεταξύ του 91,90% και 95,50%. Αντίστοιχα, οι γυναίκες επισηµαίνουν ότι δεν έχουν υποστεί ποτέ σωµατική βία, ασχέτως του µακροχρόνιου ή βραχυχρόνιου διαστήµατος που µεσολάβησε για τη σοβαρή δέσµευση του ζευγαριού (90,6% - 95,10%). 156 Eνδεικτικά: Straus M. A., Gelles R. J. & Steinmetz S., Behind....ό.π.. ; Jacobson N. S. & Gottan J. M., When Men...ό.π. ; Gelles R. J. & Cornell C. P., Intimate….ό.π. ; James R. K. & Gilliland B. E., Crisis…,ό.π. Πίνακας 70 ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΒΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ % 100,00% 90,00% 80,00% 70,00% 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% 3µηνες 6 µηνες 1 χρονο 1-3 χρονια 3-5 χρονια 5 και π ανω ΠΟΤΕ 91,90% 93,30% 95,40% 95,50% 93,10% 94,10% ΣΠΑΝΙΑ 2,40% 1,30% 1,50% 1,70% 4,00% 2,40% ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ/ ΣΥΧΝΑ 4,90% 4,60% 2,60% 2,90% 2,00% 3,50% Πίνακας 71 ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΙΑ ΠΟΣΟΣΤΟ % 100,00% 90,00% 80,00% 70,00% 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% 3µηνες 6 µηνες 1 χρονο 1-3 χρονια 3-5 χρονια 5 και π ανω ΠΟΤΕ 93,10% 92,70% 95,10% 95,20% 93,10% 90,60% ΣΠΑΝΙΑ 1,60% 3,30% 1,90% 1,70% 4,00% 5,90% ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ/ ΣΥΧΝΑ 5,30% 4,00% 3,00% 3,10% 2,00% 3,50% Αξίζει να σηµειωθεί ότι όταν συναντάται κάποια µορφή βίας, τα υψηλότερα ποσοστά απαντώνται στις υποκλίµακες «3 µήνες» και «5 χρόνια και άνω». Το γεγονός, εντούτοις, ότι τα ποσοστά αυτά παραµένουν χαµηλά σε σχέση µε τις υπόλοιπες υπο-κλίµακες – «ποτέ», «σπάνια» - δεν καθιστούν εφικτή την επιβεβαίωση της υπόθεσης που τέθηκε στην παρούσα έρευνα: δεν µπορεί να εγκαθιδρυθεί ασφαλής και ικανή στατιστικά συσχέτιση µεταξύ του χρονικού διαστήµατος σχέσης και εµφάνισης βίας. Ένας παράγοντας που επιδρά και επηρεάζει τη µορφή και την ένταση της αντίδρασης της κακοποιηµένης γυναίκας απέναντι στη βία του συζύγου/συντρόφου της είναι το χρονικό διάστηµα που έχει εκδηλωθεί και εξελίσσεται η βία στη σχέση. Η αντίδραση της κακοποιηµένης γυναίκας, αµέσως µετά από ένα βίαιο επεισόδιο, καταγράφεται συνήθως παθητική157: παραµένει στο σπίτι και προσπαθεί να ηρεµήσει το δράστη. Ωστόσο, η αντίδραση του θύµατος φαίνεται να διαφοροποιείται ποιοτικά µε το πέρασµα του χρόνου, στο βαθµό που η βία εξακολουθεί να υπάρχει στη σχέση. Το θύµα αναζητά τρόπους, ώστε να παύσει ο σύντροφος τη βίαιη συµπεριφορά του: για παράδειγµα τον απειλεί ότι θα τον καταγγείλει σε αρµόδιες αρχές ή ότι θα µιλήσει σε τρίτους για όσα συµβαίνουν, ή ότι ακόµα θα τον εγκαταλείψει. Πράγµατι, πολλές γυναίκες-θύµατα κακοποίησης από το σύζυγο/σύντροφό τους κάποια στιγµή εγκατέλειψαν το δράστη και την οικογένειά τους, ενώ κάποιες από αυτές επέστρεψαν λίγο αργότερα εξαιτίας υποκειµενικών ή/και αντικειµενικών δυσκολιών. Τα στοιχεία της παρούσας έρευνας επιβεβαιώνουν τη σύνδεση µεταξύ της µορφής της αντίδρασης του θύµατος µε το χρόνο εκδήλωσης βίας στη σχέση. Καταγράφεται ότι από τις γυναίκες που αυτο-χαρακτηρίζονται ως θύµατα βίας του συζύγου/συντρόφου (8,75%), αυτές που βιώνουν τη βία στη σχέση τους τελευταίους 7-12 µήνες, προσπαθούν συνήθως να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφό τους (66,7%), θεωρώντας ότι µε αυτό τον τρόπο θα παύσει η βία. Εντούτοις, όσο µεγαλώνει ο χρόνος ύπαρξης µιας σχέσης βίας, τόσο διαφοροποιείται και η αντίδραση της γυναίκας- θύµατος. Στις σχέσεις όπου υπάρχει βία επί 1-10 χρόνια, οι γυναίκες εφαρµόζουν πολλά, εναλλακτικά «σενάρια» ελπίζοντας στην παύση της βίας. Συγκεκριµένα, για τις σχέσεις όπου η βία υπάρχει στη σχέση για 1-5 χρόνια, τα θύµατα στην πλειοψηφία τους απειλούν µε χωρισµό το δράστη (38,1%). Στις σχέσεις βίας διάρκειας 6-10 χρόνων τα θύµατα συνήθως φεύγουν από το σπίτι (31,3%), απειλούν µε χωρισµό το δράστη (31,3%) ή προσπαθούν να τον ηρεµήσουν (31,3%). Τέλος, όταν υφίσταται βία στη σχέση πάνω από 10 χρόνια, τα θύµατα, ως επί το πλείστον επιστρέφουν σε παθητικότερη στάση, προσπαθούν να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφό τους (39%), πιθανά στα πλαίσια τη προσπάθειάς τους να «επιβιώσουν» µέσα σε µία σχέση, όπου η βία έχει παγιωθεί και ακολουθεί ατέρµονα την κυκλική της πορεία. 157 Βλ. ενδεικτικά: Dobash R.E. & Dobash R., Violence...ό.π. ; Τruninger E., Marital Violence: The Legal Solutions, Hastings Law Journal, 23, 1, 1971, σελ. 259-276, όπως αναφέρεται στο Dobash R.E. & Dobash R., Violence...ό.π. Πίνακας 72 Μορφές αντίδρασης της γυναίκας- θύµατος σε σχέση µε το χρόνο ύπαρξης βίας στη σχέση 100% 90% 80% 70% 60% 50% 40% 30% 20% 10% 0% 33,3% 66,7% 33,3% 38,1% 23,8% 28,6% 25,0% 31,3% 31,3% 31,3% 15,3% 25,4% 6,8% 39,0% 7-12 µήνες 1-5 χρόνια 6-10 χρόνια πάνω από 10 χρόνια Μιλώ σε συγγενείς και φίλους Απειλώ ότι θα χωρίσω Φεύγω από το σπίτι Προσπαθώ να ηρεµήσω το σύζυγο/ σύντροφο 3. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΝΟΙΚΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Στο πλαίσιο της κατά το δυνατόν καλύτερης κατανόησης του φαινοµένου της ενδο-οικογενειακής βίας κατά των γυναικών στην Ελλάδα, ζητήθηκε από τις συνεντεύκτριες να παραθέσουν τόσο τα προσωπικά τους σχόλια, σχετικά µε τη συµπλήρωση του ερωτηµατολογίου και τη στάση της ερωτώµενης απέναντι στη διεξαγωγή της έρευνας, όσο και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες για την ερωτώµενη, προκειµένου να ελεγχθεί στο µέγιστο δυνατό βαθµό η αξιοπιστία των απαντήσεων που έλαβαν. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί τα σχόλια των γυναικών- ερωτωµένων στην ανοικτή ερώτηση του ερωτηµατολογίου, όπου τους ζητήθηκε να σχολιάσουν περαιτέρω, αναφορικά µε το υπό εξέταση ζήτηµα. Η ενεργητική και ευσυνείδητη εµπλοκή των συνεντευκτριών στην έρευνα διαφάνηκε τόσο από τις συναντήσεις της ερευνητικής οµάδας µε τις τελευταίες, όσο και από την πληρότητα των σχολίων που συλλέχθηκαν: η ευαισθητοποίηση και το ενδιαφέρον των συνεντευκτριών για το αντικείµενο της έρευνας ήταν καταφανής, γεγονός που διευκόλυνε σε σηµαντικό βαθµό τόσο την ίδια την έρευνα, όσο και την ερευνητική οµάδα στην αρτιότερη αξιοποίηση των ερευνητικών δεδοµένων. 3.1. Τα σχόλια των συνεντευκτριών158 H ουσιαστική εµπλοκή των συνεντευκτριών στην παρούσα έρευνα, δεικνύεται κυρίως από το γεγονός ότι στα σχόλια που κλήθηκαν να συµπληρώσουν, υπάρχουν αξιολογικές κρίσεις των ιδίων σχετικά µε την κατάσταση της οικογένειας, την εντύπωση που σχηµάτισαν για την προσωπικότητα της γυναίκας-ερωτώµενης, την κατάσταση που γενικότερα επικρατεί στην ελληνική οικογένεια, κλπ (175 αναφορές). Όσον αφορά στην καθεαυτή διεξαγωγή της έρευνας, η πλειοψηφία των σχολίων των συνεντευκτριών επισηµαίνουν ότι η πορεία της συµπλήρωσης του ερωτηµατολογίου, ήταν πολύ ικανοποιητική. Συγκεκριµένα, καταγράφεται ότι οι γυναίκες-ερωτώµενες ήταν ειλικρινείς στις απαντήσεις τους (187 αναφορές), συνεργάστηκαν µε τις συνεντεύκτριες άριστα, προκειµένου να συµπληρωθεί µε αρτιότητα το ερωτηµατολόγιο (83 αναφορές) και ανέπτυξαν καλή επαφή - σε διαπροσωπικό επίπεδο – µε τις τελευταίες (28 αναφορές). Παράλληλα, οι γυναίκες απάντησαν µε ευκολία στις ερωτήσεις του ερωτηµατολογίου, επιδεικνύοντας σχετική άνεση µιλώντας για το «ευαίσθητο» θέµα της έρευνας (162 αναφορές). Εκτός αυτού, 158 Οι συνολικές αναφορές που συλλέξαµε από τη συµπλήρωση των 1200 ερωτηµατολογίων, είναι 1852. Ο αριθµός των αναφορών που θα παρατεθεί στο κείµενο, αφορά στο σύνολο των αναφορών και όχι στο σύνολο των ερωτηµατολογίων. οι γυναίκες-ερωτώµενες αντιµετώπισαν θετικά και µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο την ίδια την έρευνα, όσο και το θέµα που αυτή πραγµατευόταν (50 αναφορές) και ανέπτυξαν προβληµατισµούς αφενός για την πορεία της έρευνας αναφορικά µε τη συλλογή ειλικρινών απαντήσεων και αφετέρου για τη βία στην οικογένεια, ως κοινωνικό φαινόµενο (31 αναφορές). Τα παραπάνω συνάδουν απόλυτα µε τα σχόλια των συνεντευκτριών κατά τη διάρκεια της συνάντησης µε την ερευνητική οµάδα, όπου εµφανίστηκαν σε µεγάλο βαθµό ικανοποιηµένες µε τη στάση των γυναικών και τη συνεργασία που είχαν. Στον αντίποδα αυτών, δηµιουργήθηκε η εντύπωση στις συνεντεύκτριες ότι µερικές ερωτώµενες δεν απαντούσαν µε ειλικρίνεια (45 αναφορές) και ότι κάποιες από αυτές ήταν επιφυλακτικές ή καχύποπτες (45 αναφορές). Υποθέτουµε ότι το γεγονός αυτό πιθανόν να αντικατοπτρίζει το σκοτεινό αριθµό περιστατικών βίας στην οικογένεια, ο οποίος ανέρχεται περίπου στο 80-90% των περιπτώσεων κακοποίησης, καθώς και τη γενικότερη στάση που επικρατεί αναφορικά µε τη δηµοσιοποίηση ενδο-οικογενειακών προβληµάτων159, ακόµα και όταν πρόκειται για αναφορά των προβληµάτων αυτών σε µέλη των άτυπων διαπροσωπικών δικτύων160. Εξάλλου, ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις, όπου η ερωτώµενη δυσχέρανε τη διεξαγωγή της έρευνας, καθώς δεν συνεργάστηκε επαρκώς µε τη συνεντεύκτρια (2 αναφορές), ή υπήρξε κακή επαφή µε την τελευταία (8 αναφορές). Τέλος, µόνο σε τρεις περιπτώσεις η γυναίκα δυσκολεύτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του ερωτηµατολογίου, καθώς δεν γνώριζε το αντικείµενο της έρευνας, ή επέδειξε αδιαφορία για την τελευταία ή/και το θέµα της (8 αναφορές). Σε γενικές, ωστόσο, γραµµές, οι γυναίκες-ερωτώµενες απάντησαν µε ιδιαίτερη σαφήνεια και απολυτότητα στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν (34 αναφορές), γεγονός που πιθανόν να δεικνύει και να τονίζει τη στάση τους απέναντι στην ενδο- οικογενειακή βία. Η τελευταία επισηµαίνεται και από τα σχόλια των συνεντευκτριών, όπου αναφέρεται ότι αρκετές φορές αναδύθηκαν οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των γυναικών σχετικά µε την καταχρηστική συµπεριφορά που παρατηρείται στους κόλπους της οικογένειας και τους ρόλους των φύλων σε µικρο- και µακρο-επίπεδο (45 αναφορές). Το κυριότερο σηµείο που χρήζει αναφοράς στα σχόλια των συνεντευκτριών, είναι η διαπίστωση της απουσίας βίας στο οικογενειακό πλαίσιο (232 αναφορές) και οι αρµονικές σχέσεις µεταξύ των µελών της οικογένειας ή/και µεταξύ των 159 Αρτινοπούλου Β., Έννοιες και Μορφές της Ενδο-οικογενειακές Βίας, εισήγηση στο διήµερο συνέδριο «Σπάζοντας τη Σιωπή», Πρακτικά Συνεδρίου 15-16 Ιουνίου 2000 στην Αθήνα, εκδ. ΚΕΘΙ, 2000, σελ. 21- 25. 160 ως άτυπα διαπροσωπικά δίκτυα νοούνται οι φίλοι, οι γείτονες, η οικογένεια, κλπ. συντρόφων (233 αναφορές). Ακόµα και όταν υπάρχουν συγκρούσεις ή διενέξεις στη σχέση ή την οικογένεια, δεν αναφέρεται οποιασδήποτε µορφής κακοποίηση (72 αναφορές). Το γεγονός αυτό τονίζει την εύρεση επίλυσης των προβληµάτων της καθηµερινότητας και τη διαχείριση των κρίσεων που ενδεχοµένως παρουσιάζονται στην οικογένεια ή/και τη σχέση µεταξύ των συζύγων/συντρόφων, µε τρόπο συµβιβαστικό και διαλλακτικό. Τα περιστατικά κακοποίησης οποιασδήποτε µορφής που αναφέρονται από την ερωτώµενη, είναι σε σηµαντικό βαθµό λιγότερα, από ό,τι οι αναφορές που σχετίζονται µε τις εύρυθµες σχέσεις µεταξύ των συζύγων/συντρόφων (55 αναφορές). Εντούτοις, σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρεται από την ίδια τη συνεντεύκτρια – χωρίς όµως να προσδιορίζεται από την ερωτώµενη – η αίσθηση ότι στο οικογενειακό πλαίσιο (είτε υπό την ευρεία, είτε υπό τη στενή έννοια) υπάρχει βία κατά της γυναίκας (44 αναφορές). Σε αυτό πιθανό να συµβάλλει καθοριστικά η κοινωνική αντίληψη που επικρατεί, ότι, δηλαδή, η βία στην οικογένεια είναι µια προσωπική υπόθεση161, η οποία δεν πρέπει να κοινοποιείται και να συζητείται, καθώς αρκετές φορές η δηµοσιοποίηση παρόµοιων περιστατικών συνοδεύεται από το στιγµατισµό, τόσο του δράστη, όσο και του θύµατος162. Αξίζει να σηµειωθεί η παρατήρηση των συνεντευκτριών ότι αρκετές από τις γυναίκες που ήταν θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας, παρουσίαζαν έντονο φόβο και ανησυχία, συναισθήµατα που πολύ συχνά παρουσιάζονται στις κακοποιηµένες γυναίκες (37 αναφορές)163. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι συνεντεύκτριες έδωσαν στις γυναίκες που ανέφεραν ότι αντιµετώπιζαν βία στην οικογένεια ή τη σχέση τους (ή σε όσες πίστευαν ότι υφίσταντο κακοποίηση), το ειδικό έντυπο µε πληροφορίες για την κακοποίηση και την παροχή υπηρεσιών που εξέδωσε το Γραφείο Ισότητας του ∆ήµου Αθηναίων και της Phillip Morris µε την επιστηµονική επιµέλεια του Κ.Ε.Θ.Ι. (15 αναφορές). Ελάχιστες είναι οι αναφορές που αφορούν σε καταχρηστική συµπεριφορά κατά των γυναικών από την οικογένεια του συζύγου/συντρόφου τους (2 αναφορές), καθώς και οι περιπτώσεις, όπου καταγράφεται περιορισµός ή παραµέληση της γυναίκας, αλλά δεν χαρακτηρίζεται ως κακοποίηση από την τελευταία ή τη συνεντεύκτρια (5 αναφορές). Επιπρόσθετα, αναφέρονται από τις γυναίκες- ερωτώµενες περιστατικά βίας που επισυµβαίνουν σε φιλικά ή/και συγγενικά τους πρόσωπα (12 αναφορές). Άξια παρατήρησης και ερµηνείας, µεταξύ των άλλων, είναι 161 Βλ. σχετικά τους µύθους που επικρατούν αναφορικά µε την ενδο-οικογενειακή βία. 162 Βλ. σχετικά: «Αντιµετώπιση του Θύµατος Από τους Φορείς Άσκησης του Επίσηµου Κοινωνικού Ελέγχου: Μια µορφή ∆ευτερογενούς Θυµατοποίησης» σελ. 201-207, στο Β. Αρτινοπούλου, Αιµοµιξία: Θεωρητικές Προσεγγίσεις και Ερευνητικά ∆εδοµένα, Αθήνα, εκδ. Νοµική Βιβλιοθήκη, 1995. 163 Βλ. σχετικά το θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας. η ύπαρξη ιστορικού βίας κατά της ερωτώµενης σε προηγούµενες σχέσεις (18 αναφορές), η έκθεση σε περιστατικά βίας ή/και η καταχρηστική συµπεριφορά κατά της γυναίκας στην οικογένεια καταγωγής (19 αναφορές)164. Επίσης, επισηµαίνεται από την ερωτώµενη ότι έχει υποστεί κάποιας µορφής βία στη σχέση της κατά το παρελθόν, η οποία, ωστόσο, έχει σταµατήσει να επισυµβαίνει στο παρόν (7 αναφορές). Το συγκεκριµένο δεδοµένο, σε ένα βαθµό, έρχεται σε αντιδιαστολή µε τα ερευνητικά και θεωρητικά στοιχεία σχετικά µε την ενδο-οικογενειακή βία, όπου υποδεικνύεται ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις παύει ο κύκλος της βίας165. Πιθανόν το χρονικό διάστηµα που διεξάγεται η έρευνα να µη συµπίπτει µε την εµφάνιση επεισοδίων βίας στην οικογένεια. Επιπρόσθετα, η έκθεση παιδιών σε περιστατικά βίας στην οικογένεια, καταγράφεται σε ελάχιστες αναφορές (4). Τέλος, αναφέρεται από τις ίδιες τις ερωτώµενες ότι ο σύζυγος/σύντροφός τους κάνει χρήση ή/και κατάχρηση ουσιών (8 αναφορές), δεδοµένο που δεν συνδέεται µε σχέση αιτίου- αποτελέσµατος µε την παρουσία βίας στην οικογένεια/σχέση, αλλά αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, επιβαρυντικό παράγοντα στην άσκηση βίας166. Η αντίδραση των γυναικών-ερωτωµένων σχετικά µε τη βία στην οικογένεια µε θύµατα τις ίδιες, λαµβάνεται από δύο τύπου ερωτήσεις: α) από τον τρόπο που θα αντιδρούσαν, αν υφίσταντο καταχρηστική συµπεριφορά (δυνητική αντίδραση) και β) από τον τρόπο που αντέδρασαν σε περιστατικά οποιασδήποτε µορφής κακοποίηση (πραγµατική αντίδραση). Στην πρώτη περίπτωση, η πλειοψηφία των αναφορών που συλλέξαµε, δεικνύει ότι οι γυναίκες δεν θα ανέχονταν την καταχρηστική συµπεριφορά των συζύγων/συντρόφων τους και θα αντιδρούσαν µε δραστικό τρόπο167 (101 αναφορές). Η ανοχή στη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου καταγράφεται σε σαφώς µικρότερο αριθµό (28 αναφορές), ενώ ελάχιστες είναι οι αναφορές που φαίνεται να µην περιγράφουν κάποια σαφή (αρνητική ή ανοχική) αντίδραση απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία (8 αναφορές). Στην περίπτωση των περιστατικών κακοποίησης, όπου ζητείται η πραγµατική αντίδραση των γυναικών, η κυρίαρχη αναφορά περιγράφει την ανοχή της βίας από τη γυναίκα-θύµα (39 αναφορές), ενώ η µη-ανοχική αντίδραση από την κακοποιηµένη γυναίκα καταγράφεται µόνο σε λίγες περιπτώσεις (7 αναφορές). Η ανοχή στη βία, η οποία εµφαίνεται τόσο από τη δυνητική, όσο και από την πραγµατική αντίδραση των γυναικών που πήραν µέρος στην έρευνα, δεικνύει τη γενικότερη αντίληψη και στάση 164 Βλ. σχετικά την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των ερευνητικών δεδοµένων. 165 Βλ. σχετικά τους µύθους που επικρατούν αναφορικά µε την ενδο-οικογενειακή βία, οι οποίοι αναφέρονται στο θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας. 166 Βλ. σχετικά θεωρητικό πλαίσιο και ποσοτική-ποιοτική ανάλυση ερευνητικών δεδοµένων, σχετικά µε την κατάχρηση ουσιών, πριν και κατά τη διάρκεια των επεισοδίων βίας. 167 θα χώριζαν, θα έφευγαν από το σπίτι, θα κατήγγειλαν το περιστατικό, κλπ. των γυναικών σχετικά µε τους ρόλους των φύλων στην οικογένεια, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία168. 3.2. Τα σχόλια των γυναικών-ερωτώµενων169 Ένας σηµαντικός αριθµός γυναικών στην ερώτηση που τους τέθηκε σχετικά µε το αν είχαν να προσθέσουν κάτι σχετικά µε τη βία στην οικογένεια που δεν καλύφθηκε από το ερωτηµατολόγιο και οι ίδιες θα επιθυµούσαν να αναφερθεί, δεν προέβησαν στη διατύπωση περαιτέρω σχολίων (424 αναφορές). Επίσης, κάποιες ερωτώµενες ανέφεραν ότι δεν τους είχε ποτέ απασχολήσει το υπό εξέταση ζήτηµα, καθώς δεν υπήρξαν οι ίδιες θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας (27 αναφορές). Ωστόσο, η πλειοψηφία των γυναικών επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για την έρευνα καθεαυτή, όσο και για το θέµα της τελευταίας, εξέθεσαν τις απόψεις τους, οι οποίες αντανακλούν τη στάση τους αναφορικά µε το φαινόµενο της ενδο-οικογενειακής βίας. Πρώτη επισήµανση που χρήζει µνείας, είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες θεωρούν τη βία στην οικογένεια εγκληµατική πράξη και κοινωνικά µη αποδεκτή και ανεπίτρεπτη (285 αναφορές). Ορισµένες, µάλιστα, ερωτώµενες υποστηρίζουν ότι η καταχρηστική συµπεριφορά πρέπει να είναι ποινικά κολάσιµη πράξη και ότι ο δράστης πρέπει να τιµωρείται (28 αναφορές). Επίσης, κάποια σχόλια των γυναικών επικεντρώνονται στην ψυχολογική βία ως µορφή κακοποίησης στην οικογένεια, αξιολογώντας την τελευταία ως το σηµαντικότερο πρόβληµα στην οικογένεια που ενδεχοµένως αντιµετωπίζει η γυναίκα (18 αναφορές). Η στάση των ερωτωµένων για το φαινόµενο της ενδο-οικογενειακής βίας, τέλος, διαφαίνεται από το γεγονός ότι κάποιες γυναίκες κρίνουν ότι η εµφάνιση βίας σχετίζεται µε την ελλιπή κοινωνική παιδεία που παρατηρείται στην περιφέρεια, σε αντίθεση µε τα µεγάλα αστικά κέντρα, όπου τα άτοµα έχουν διαφορετική νοοτροπία και ενδεχοµένως κουλτούρα (10 αναφορές)170. Τον ίδιο αριθµό αναφορών (10) συγκεντρώνει και η θέση των ερωτωµένων ότι η γυναίκα πρώτιστα θα πρέπει να σέβεται τον εαυτό της, ώστε να εµπνέει και το σεβασµό του συζύγου/συντρόφου της. Εµφαίνεται, κατά συνέπεια, ότι ο σεβασµός θεωρείται απαραίτητο και βασικό χαρακτηριστικό σε ενδο- ατοµικό και δι-ατοµικό επίπεδο, προκειµένου να µην υπάρξει θυµατοποίηση από 168 Βλ. σχετικά το θεωρητικό πλαίσιο και την ποιοτική ανάλυση των ερευνητικών δεδοµένων. 169 Οι συνολικές αναφορές που συλλέξαµε από τη συµπλήρωση των 1200 ερωτηµατολογίων, φτάνουν τις 1553. 170 Σε µερικές περιπτώσεις, το περιβάλλον συµφραζοµένων των αναφορών δεικνύει ότι η ελλιπής κοινωνική παιδεία σχετίζεται και αιτιοκρατικά µε την εµφάνιση ενδο-οικογενειακής βίας. καταχρηστική συµπεριφορά. Τέλος, ένας εξαιρετικά µικρός αριθµός γυναικών θεωρεί τη βία στην οικογένεια ως κοινωνικό φαινόµενο (4 αναφορές). Παράλληλα, πολύ σηµαντικές θεωρούνται οι επιπτώσεις που είναι δυνατόν να έχει η έκθεση των παιδιών στα περιστατικά βίας εντός του οικογενειακού πλαισίου (76 αναφορές) και επισηµαίνεται ότι τα τελευταία δεν θα πρέπει σε καµιά περίπτωση να είναι µάρτυρες σκηνών καταχρηστικής συµπεριφοράς µεταξύ των γονέων (6 αναφορές). Μεταξύ των άλλων, οι ερωτώµενες τονίζουν ότι η ενδο-οικογενειακή βία επιβαρύνει σε µεγάλο βαθµό την ψυχολογική κατάσταση τόσο της γυναίκας-θύµατος, όσο και των υπόλοιπων µελών της οικογένειας (42 αναφορές). Η αιτιολογία σχετικά µε την εµφάνιση ενδο-οικογενειακής βίας που προβάλλεται από τις γυναίκες που συµµετείχαν στην έρευνα, εστιάζεται σε διάφορους παράγοντες: υποστηρίζεται ότι η καταχρηστική συµπεριφορά οφείλεται σε: α) «λανθασµένη» συµπεριφορά της γυναίκας (12 αναφορές), β) παρουσία κάποιας ασθένειας στους δράστες, (11 αναφορές) γ) ελλιπή κοινωνική µόρφωση (10 αναφορές) 171, δ) έντονο άγχος ή στρες (5 αναφορές), ε) αναπόφευκτες συγκρούσεις που λαµβάνουν χώρα µεταξύ των συζύγων/συντρόφων (2 αναφορές) ή/και στ) καταιγισµό εικόνων βίας που προβάλλονται από τα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης (1 αναφορά). Τα προσωπικά σχόλια των γυναικών που έλαβαν µέρος στην έρευνα, σε ένα σηµαντικό βαθµό επικεντρώνονται στην ανεύρεση πρακτικών και στρατηγικών που θα µπορούσαν να συντελέσουν αποφασιστικά στην µείωση ή/και στην εξάλειψη του φαινοµένου της ενδο-οικογενειακής βίας. Οι προτάσεις που καταγράφονται από τις ερωτώµενες, αφορούν τόσο στο επίπεδο εφαρµογής συγκεκριµένων πολιτικών αντιµετώπισης, όσο και στην ατοµική ή/και διαπροσωπική προσπάθεια (µερικής ή ολικής) άµβλυνσης της βίας στην οικογένεια. Ο προβληµατισµός των γυναικών και οι προτάσεις που καταθέτουν καταδεικνύουν το βαθµό ευαισθητοποίησης των τελευταίων απέναντι σε ένα κοινωνικό πρόβληµα. Συγκεκριµένα, οι γυναίκες προτείνουν ότι τα οποιαδήποτε προβλήµατα ή συγκρούσεις/διενέξεις που παρουσιάζονται, θα πρέπει να διευθετούνται µε άλλους διαλλακτικότερους τρόπους από το ζευγάρι (97 αναφορές) και, ταυτόχρονα, να υπάρχουν αµοιβαίες υποχωρήσεις (12 αναφορές). Αν, εντούτοις, υπάρξει βίαιη συµπεριφορά από το σύζυγο/σύντροφο, υποστηρίζεται ότι σε καµιά περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνει ανεκτή (74 αναφορές). Η στάση που θεωρείται από τις ερωτώµενες ως η καταλληλότερη σε περίπτωση άσκησης βίας, είναι η ανοχή, προς 171 Πρβ. παραπάνω. χάρη της διατήρησης της συνοχής της οικογένειας (43 αναφορές)172. Ως κύριος τρόπος αντιµετώπισης της καταχρηστικής συµπεριφοράς αναφέρεται η καταγγελία/αναφορά του περιστατικού στις αρµόδιες αρχές (69 αναφορές). Ως δεύτερη πρόταση, παρουσιάζεται η διακοπή της σχέσης/διαζύγιο από το δράστη (45 αναφορές) και ακολουθεί η δηµοσιοποίηση/κοινοποίηση της κακοποίησης στα υποστηρικτικά δίκτυα της γυναίκας-θύµατος (29 αναφορές). Επιπρόσθετα, κάποιες γυναίκες προτείνουν την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης ως αντίδραση στα περιστατικά βίας (17 αναφορές) ή/και την αποµάκρυνση του ατόµου που παρουσιάζει καταχρηστική συµπεριφορά (3 αναφορές). Επιπρόσθετα, πρεσβεύουν ότι οι γυναίκες που υφίστανται κακοποίηση, πρέπει να αποτείνονται σε επαγγελµατίες κοινωνικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών υγείας (38 αναφορές) ή σε κάποιον κοινωνικό φορέα (9 αναφορές) και να προβλεφθεί η δηµιουργία ή/και η λειτουργία ειδικών προγραµµάτων, τα οποία να απευθύνονται τόσο στα θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας και στα παιδιά, όσο και στους δράστες (24 αναφορές). Σε αυτό το πλαίσιο, οι ερωτώµενες αναφέρουν ότι είναι απαραίτητη η ενίσχυση της κοινωνικής πρόνοιας σε εθνικό επίπεδο (7 αναφορές) και η µεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και εµπλοκή του επίσηµου κράτους στην πρόληψη και στην αντιµετώπιση της ενδο-οικογενειακής βίας (15 αναφορές). Επιπρόσθετα, οι γυναίκες θεωρούν µείζονος σηµασία να δοθεί µεγαλύτερη έµφαση στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, τόσο από την ίδια την οικογένεια, όσο και από το σχολείο (30 αναφορές). Σηµαντική κρίνεται, µεταξύ των άλλων, η ενηµέρωση και η πληροφόρηση σε µεγαλύτερο βαθµό, τόσο για το ίδιο το φαινόµενο της βίας στην οικογένεια και τις συνέπειές του (15 αναφορές), όσο και για τα προγράµµατα και τους φορείς που εµπλέκονται στην αντιµετώπιση του τελευταίου και στους οποίους µπορούν να απευθύνονται τα θύµατα (4 αναφορές). Τονίζεται, εξάλλου, η σπουδαιότητα της αρχής της ισότητας µεταξύ των δύο φύλων, η οποία θεωρείται κρίσιµη για την άµβλυνση ή/και την εξάλειψη περιστατικών βίας εντός και εκτός οικογενειακού πλαισίου (17 αναφορές). Παράλληλα, κάποιες ερωτώµενες πιστεύουν ότι οι γυναίκες µπορούν να σπάσουν τον κύκλο της βίας στην οικογένεια, αν ανεξαρτητοποιηθούν οικονοµικά (10 αναφορές), ή αν επιδείξουν «καλύτερη» συµπεριφορά απέναντι στους συζύγους/συντρόφους τους (4 αναφορές). Ελάχιστες αναφορές συσχετίζουν την καταχρηστική συµπεριφορά µε την παρέµβαση τρίτων ατόµων στην οικογένεια και υποστηρίζουν ότι αν αυτή η παρέµβαση παύσει, τότε θα αµβλυνθούν και οι συγκρούσεις µεταξύ του ζεύγους, οι οποίες οδηγούν σε βίαια περιστατικά (7 172 Βλ. σχετικά ποιοτική ανάλυση ερευνητικών δεδοµένων. αναφορές). Τέλος, υποστηρίζεται ότι η συµβίωση πριν το γάµο, αποτελεί ασφαλή λύση αποφυγής περιστατικών βίας στην οικογένεια, καθώς δίνεται η δυνατότητα στους συντρόφους να γνωρίσουν καλύτερα ο ένας τον άλλον και να διαπιστώσουν έγκαιρα τυχόν δείγµατα καταχρηστικής συµπεριφοράς (3 αναφορές). ΚΕΦ. ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ 1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η παρούσα έρευνα αποτελεί την πρώτη προσπάθεια επιδηµιολογικής καταγραφής του φαινοµένου της ενδο-οικογενειακής βίας στην Ελλάδα µε θύµατα γυναίκες και δράστες τους συζύγους/συντρόφους τους. Έχοντας ως δεδοµένο την πρότυπη απόπειρα περιγραφής της ενδο- οικογενειακής βίας στη χώρα µας, καθώς και το γεγονός ότι η οικογένεια στην Ελλάδα αποτελεί ισχυρό θεσµό, ο οποίος, ενώ αντικατοπτρίζει τις παραδοσιακές δοµές, βρίσκεται ταυτόχρονα σε µεταβατική περίοδο προς την εποχή της µετα- νεωτερικότητας173, θα πρέπει να έχουµε υπόψη µας ότι στη µελέτη της βίας στην ελληνική οικογένεια εµφανίζεται διάχυτη η αλληλεπίδραση των παραπάνω και ότι τα παρόντα πορίσµατα ενδεχοµένως να αντανακλούν τη παρουσία νεωτερικών και συγχρόνως παραδοσιακών συστηµάτων αξιών και αντιλήψεων. Σε αυτό το πλαίσιο, κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω εµβάθυνση του φαινοµένου, προκειµένου να αναγνωριστούν κατά το δυνατόν καλύτερα οι διαστάσεις του και να εξεταστούν συγκεκριµένα ζητήµατα που αφορούν στη βία στην οικογένεια. • Αρχικά, καταδεικνύεται ότι στην πλειοψηφία τους, οι γυναίκες δεν αντιµετωπίζουν περιστατικά βίας στην οικογένεια. Παράλληλα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν χαρακτηρίζουν βίαιη τη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου τους (91,3%). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται, αφενός από τα υψηλά ποσοστά που καταγράφονται αναφορικά µε την ποιότητα των σχέσεων µεταξύ συζύγων/συντρόφων (το 42,8% των γυναικών ανέφερε ότι διατηρεί πολύ καλές σχέσεις µε το σύζυγο/σύντροφό του) και αφετέρου από την απουσία διενέξεων και συγκρούσεων για καθηµερινά ζητήµατα ανάµεσα στο ζευγάρι (56%-94,9%). Εντούτοις, όταν παρατηρούνται διαµάχες και συγκρούσεις για θέµατα καθηµερινότητας, ταυτόχρονα διαπιστώνεται και η άσκηση βίας. Στάση των γυναικών απέναντι στη βία • Η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των δεδοµένων, παρουσιάζει ότι οι γυναίκες υφίστανται συγκεκριµένες µορφές βίας, τις οποίες, όµως, δεν αναγνωρίζουν ως βίαιη συµπεριφορά. Συγκεκριµένα, καταγράφεται ότι το 173 Κατάκη Χ., Οι Τρεις Ταυτότητες της Ελληνικής Οικογένειας, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1984. 56% των γυναικών του δείγµατος δέχονται µερικές φορές ή/και συχνά καταχρηστικές συµπεριφορές του συζύγου/συντρόφου τους, οι οποίες συνδέονται µε τη λεκτική ή/και την ψυχολογική βία. Σοβαρότερες µορφές βίας καταγράφονται για το 3,6% των γυναικών, οι οποίες αναφέρουν ότι µερικές φορές ή/και συχνά ο σύζυγος/σύντροφός τους τούς ασκεί σωµατική βία και για το 3,5%, το οποίο εξαναγκάζεται µερικές φορές ή/ και συχνά σε σεξουαλική επαφή. • Η πλειοψηφία των ερωτώµενων χαρακτηρίζει ως βία όλες τις µορφές καταχρηστικής συµπεριφοράς που ασκείται από το σύζυγο/σύντροφο κατά των γυναικών (60,8%). Παρ’όλα αυτά, οι γυναίκες φαίνεται να αναγνωρίζουν σε σηµαντικό βαθµό ως βία συµπεριφορές που συνδέονται µε τις πιο φανερές και «σοβαρές» µορφές της: τη σωµατική βία (βαριά βλάβη: 37,6%, ελαφριά βλάβη: 33,7%) και τη σεξουαλική βία (30,8%). • Η στάση των ερωτώµενων απέναντι στην ενδο-οικογενειακή βία κατά των γυναικών από το σύζυγο/σύντροφό τους φαίνεται ότι διαφοροποιείται ανάλογα µε τη γεωγραφική περιοχή. Συγκεκριµένα, οι γυναίκες που διαµένουν στα αστικά κέντρα, τείνουν να θεωρούν το σύνολο των καταχρηστικών συµπεριφορών ως βίαιες (64,9%) σε σχέση µε τις γυναίκες που διαµένουν στα ηµι-αστικά κέντρα (53,3%) και στις αγροτικές περιοχές (55,4%). • Όσον αφορά στο χαρακτηρισµό της βίας των ανδρών κατά των γυναικών- συζύγων/ συντρόφων τους, οι ερωτώµενες στην πλειοψηφία τους απάντησαν ότι πρόκειται για σοβαρή εγκληµατική πράξη (76%). Η διασταύρωση της γεωγραφικής περιοχής µε την αξιολόγηση της βίας, υποδεικνύει ότι στα αστικά κέντρα η βία στην οικογένεια θεωρείται εγκληµατική πράξη σε ποσοστό 79,6%, στα ηµι-αστικά κέντρα σε ποσοστό της τάξης του 76,7% και στις αγροτικές περιοχές σε ποσοστό που ανέρχεται στο 68%. Ένα σχετικά χαµηλό ποσοστό χαρακτηρίζει την ενδο-οικογενειακή βία ως λάθος, αλλά όχι έγκληµα (11,2%). • Οι γυναίκες που δεν αντιµετωπίζουν βία στη σχέση µε το σύζυγο/σύντροφό τους, χαρακτηρίζουν ως σοβαρή εγκληµατική πράξη την ενδο-οικογενειακή βία (76,81%). Αντίθετα, ανάµεσα στις γυναίκες-θύµατα βίας από το σύζυγο/σύντροφό τους, συναντάµε τους περισσότερο ήπιους χαρακτηρισµούς για την ενδο-οικογενειακή βία, όπως ότι «πρόκειται για λάθος, αλλά όχι έγκληµα» (12,51%). • Εντούτοις, οι γυναίκες που αυτο-προσδιορίζονται ως θύµατα ψυχολογικής/λεκτικής βίας, αναγνωρίζουν τη συγκεκριµένη καταχρηστική συµπεριφορά ως βίαιη σε ποσοστό 58,66%. Από το 3,6% των γυναικών που υφίστανται σωµατική βία, το 37,1% θεωρεί πως η τελευταία αποτελεί βίαιη συµπεριφορά εις βάρος του. Το ίδιο επισηµαίνεται και στις γυναίκες που υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση: από το 3,5% των γυναικών που αναφέρουν ότι έχουν εξαναγκαστεί/εξαναγκάζονται από το σύζυγο/σύντροφο σε σεξουαλική επαφή, το 29,5% αναγνωρίζει τη καταχρηστική συµπεριφορά του τελευταίου ως βίαιη. ∆ηµογραφικά χαρακτηριστικά και εµφάνιση της βίας • Εξετάζοντας τη διασταύρωση γεωγραφικής περιοχής και µορφών βίας, παρατηρούµε ότι το 61,9% των γυναικών που διαµένουν σε ηµι-αστικά κέντρα, βιώνει µερικές φορές ή/ και συχνά καταχρηστικές συµπεριφορές του συζύγου/συντρόφου, οι οποίες συνδέονται µε λεκτική ή/ και ψυχολογική βία. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες που διαµένουν στα αστικά κέντρα είναι 58,2% και για τις γυναίκες των αγροτικών περιοχών ανέρχεται στο 48,3%. Επίσης, το 5,3% των γυναικών των ηµι-αστικών περιοχών, το 3,7% των γυναικών των αστικών περιοχών και το 3% των γυναικών των αγροτικών περιοχών υφίσταται µερικές φορές ή/ και συχνά σωµατική βία από το σύζυγο/ σύντροφο. Αντίστοιχα, το 4% των γυναικών που διαµένουν σε ηµι-αστικά κέντρα, το 3,4% των γυναικών που διαµένουν σε αστικά κέντρα και το 3,3% των γυναικών που διαµένουν σε αγροτικές περιοχές, δήλωσε ότι µερικές φορές ή/ και συχνά εξαναγκάζεται από το σύζυγο/ σύντροφο σε σεξουαλική επαφή. • Η διασταύρωση της ηλικίας των γυναικών µε τις µορφές βίας, κατέδειξε ότι από το 11,22% των γυναικών που απάντησαν ότι υφίστανται µερικές φορές έως και συχνά λεκτική/ψυχολογική βία, το 6,58% ανήκει στην ηλικιακή οµάδα των 18-24 ετών, ενώ στις γυναίκες ηλικίας 55-60 ετών, το ποσοστό ανέρχεται στο 13,1%. Από το 3,6% των γυναικών που δέχεται σωµατική βία µερικές φορές έως και συχνά, οι ηλικιακές οµάδες που υφίστανται τη συγκεκριµένη µορφή βίας σε υψηλότερο ποσοστό είναι οι γυναίκες 45-54 ετών (4,8%) και 55-60 ετών (4,8%). Σε σχέση µε την σεξουαλική βία, από το 3,5% των ερωτωµένων που υφίσταται τη συγκεκριµένη καταχρηστική συµπεριφορά µερικές φορές έως και συχνά, το 6,1% ανήκει στην ηλικιακή οµάδα των 45-54 ετών. • Αναφορικά µε το µορφωτικό επίπεδο και την βία που υφίστανται οι γυναίκες, παρατηρούµε ότι από τις ερωτώµενες που ανέφεραν ότι έχουν υποστεί σωµατική βία από το σύζυγο/σύντροφό τους, το υψηλότερο ποσοστό συγκεντρώνεται από αυτές που είχαν στοιχειώδη µερική µόρφωση (11,85%). Η τελευταία απαντάται περισσότερο συχνά και στις γυναίκες που αναφέρουν ότι έχουν υποστεί ή υφίστανται ψυχολογική/ λεκτική βία (16,22%). • Από τις γυναίκες, οι οποίες δήλωσαν ότι δέχονται µερικές φορές έως και συχνά λεκτική/ ψυχολογική βία, το µεγαλύτερο ποσοστό συναντάται σε αυτές που δηλώνουν συνταξιούχες (17,86%). Στην περίπτωση της σωµατικής και σεξουαλικής βίας, οι γυναίκες µε µερική απασχόληση κατέχουν το υψηλότερο ποσοστό (4,6% και 5,7% αντίστοιχα). • Όσον αφορά στην οικογενειακή κατάσταση των ερωτώµενων, από τις γυναίκες που δήλωσαν ότι δέχονται µερικές φορές έως και συχνά σωµατική βία οι σε διάσταση γυναίκες είναι αυτές που συγκεντρώνουν το υψηλότερο ποσοστό (37,5%). Παράλληλα, από το σύνολο των γυναικών που δηλώνουν ότι υφίσταται λεκτική/ψυχολογική βία, το 65% απαντήθηκε στις γυναίκες που είναι σε διάσταση. Περιστατικά βίας • Οι ερωτώµενες ανέφεραν ότι τα περιστατικά βίας που συµβαίνουν στην οικογένεια, δεν ακολουθούν ποτέ τη χρήση/κατάχρηση αλκοόλ/ουσιών (61,9%). • Από το 32,4% των γυναικών που δήλωσε ότι τραυµατίστηκε από το δράστη, το 85,3% απέκτησε µώλωπες και το 41,2% είχε µόνο εκδορές. • Αναφορικά µε το χρονικό διάστηµα που παρατηρείται η καταχρηστική συµπεριφορά στην οικογένεια, το 56,2% από τις γυναίκες που ανέφεραν ότι υφίστανται βία οποιασδήποτε µορφής, δήλωσε ότι υφίστανται κακοµεταχείριση επί δέκα έτη και άνω. • Τα παιδιά µερικές φορές ή συχνά τυχαίνει να είναι παρόντα σε ποσοστό 28,4%, ενώ σχετικά µε την καταγραφή της αντίδρασής τους στα περιστατικά βίας, στα οποία αυτά είναι παρόντα, το 32,1% των γυναικών δήλωσε ότι προσπαθούν να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφο. • Σχετικά µε την κλιµάκωση ή αποκλιµάκωση της βίαιης συµπεριφοράς του συζύγου/συντρόφου των ερωτωµένων σε συνάρτηση µε την πάροδο του χρόνου, το 21% απάντησε ότι έγινε λιγότερο συχνή και λιγότερο βίαιη, ενώ το 24,8% ανέφερε ότι η τελευταία δεν άλλαξε καθόλου. • Οι γυναίκες που υφίστανται βία, αξιολογούν ως ιδιαίτερα σοβαρά τα περιστατικά που συνδέονται µε τη σωµατική βία (93,1%), τις απειλές (82,4%) και τον εξαναγκασµό σε αποµόνωση από το φιλικό και το συγγενικό περιβάλλον (79,7%). Ως ιδιαίτερα σοβαρό περιστατικό, µεταξύ των άλλων, κρίνεται ο εξαναγκασµός σε σεξουαλική επαφή (72,3%). Γνώση περιστατικών βίας σε άλλες γυναίκες • Το 23,6% των ερωτώµενων αναφέρει ότι γνωρίζει αντίστοιχες περιπτώσεις γυναικών από το συγγενικό ή/και φιλικό του περιβάλλον, οι οποίες έχουν υποστεί ή υφίστανται βία από το σύζυγο/σύντροφό τους. Ιστορικό βίας • Οι γυναίκες σε ποσοστό 39,7% ανέφεραν ότι σε µία από τις προηγούµενες σχέσεις τους, ο πρώην σύζυγος/σύντροφός τους είχε βίαιη συµπεριφορά απέναντί τους. • Μεταξύ των άλλων, το 13,3% των ερωτώµενων δήλωσε ότι έχει υπάρξει µάρτυρας σκηνών βίας στην οικογένεια που µεγάλωσε, ενώ το 11,2% των γυναικών ανέφερε ότι έχει υποστεί βία στην οικογένεια που µεγάλωσε. Στα περιστατικά βίας στην οικογένεια προέλευσης, ως συχνότερος δράστης καταγράφεται ο πατέρας. • Συγκεκριµένα και αναφορικά µε το ιστορικό βίας της γυναίκας-θύµατος, παρατηρείται ότι το 26,3% των γυναικών που υπήρξαν µάρτυρες βίας µεταξύ των γονέων τους, ζουν σήµερα µε ένα βίαιο σύζυγο/σύντροφο. Το 29,2% των γυναικών που υπήρξαν θύµατα ενδο-οικογενειακής βίας κατά την παιδική τους ηλικία, είναι θύµατα και στην ενήλικη ζωή τους και συµβιώνουν µε ένα βίαιο σύζυγο/σύντροφο. Τέλος, το 28% των γυναικών που είχαν υποστεί βία σε παρελθοντικές σχέσεις, παραµένουν θύµατα βίας στην παρούσα σχέση τους. Αντίδραση των γυναικών στη βία • Αναφορικά µε την αντίδραση των γυναικών στα περιστατικά βίας, είτε οι ίδιες είναι ή έχουν υπάρξει θύµατα καταχρηστικής συµπεριφοράς, είτε γνωρίζουν άλλες γυναίκες που έχουν βιώσει ανάλογες εµπειρίες, είτε τους ζητείται να περιγράψουν τη δυνητική τους αντίδραση σε υποθετική κατάσταση βίαιης συµπεριφοράς εναντίον τους, σηµειώνεται αξιοσηµείωτη ευρύτητα στους τρόπους αντίδρασης. Στην περίπτωση των συγγενικών/φιλικών προσώπων που υφίστανται βία, οι µορφές αντίδρασης των γυναικών ποικίλλουν: καταγράφονται συγχρόνως η προτροπή στο θύµα να απευθυνθεί σε κάποιον κοινωνικό φορέα-συµβουλευτικό κέντρο (26,8%), η ανησυχία και η συµβουλή να εγκαταλείψει το σύζυγο/σύντροφο (26,3% και 26,1% αντίστοιχα). Αναφορικά µε τη δυνητική αντίδραση των ερωτωµένων στη βία, οι περισσότερες γυναίκες θα αντιδρούσαν δραστικά (συνολικά το 66,6%). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίδραση των γυναικών που έχουν υπάρξει θύµατα βίας σε σχέσεις τους: ενώ σε προηγούµενες βίαιες σχέσεις, το 72% χώρισε από το βίαιο σύζυγο/σύντροφο, στα περιστατικά καταχρηστικής συµπεριφοράς που αφορούν στην περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, οι ερωτώµενες συνήθως προσπαθούν να ηρεµήσουν το δράστη (34,3%). • Η αντίδραση των γυναικών διαφοροποιείται ανάλογα µε τη µορφή της βίαιης συµπεριφοράς. Συγκεκριµένα, οι γυναίκες που υφίστανται λεκτική και ψυχολογική βία (προσβολές, βρισιές, περιορισµούς, αποµόνωση από το φιλικό/ συγγενικό περιβάλλον) κυρίως προσπαθούν να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφό τους (76,9%). Αντίστοιχα, οι γυναίκες που υφίστανται απειλές, σωµατική και σεξουαλική βία από το σύζυγο/σύντροφό τους, αντιδρούν συνήθως µε απειλές για χωρισµό προς το δράστη (76,5%). Αξίζει να σηµειωθεί ότι οι γυναίκες που υφίστανται σωµατική και σεξουαλική βία από το σύζυγο/σύντροφό τους, αντιδρούν µε χωρισµό συχνότερα (44,2%) από τις γυναίκες που υφίστανται λεκτική και ψυχολογική βία (34,5%). • Αναφορικά µε το/τα άτοµο/άτοµα, στο/στα οποία η γυναίκα δυνητικά θα γνωστοποιούσε τα περιστατικά βίας εναντίον της, προκύπτει ότι η πλειοψηφία των γυναικών θα µιλούσε σε κάποιο µέλος της οικογένειάς της (52,3%). Στις περιπτώσεις δε, όπου η γυναίκα-θύµα ενδο-οικογενειακής βίας µίλησε για την καταχρηστική συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της, διαπιστώνεται ότι η µεγάλη πλειοψηφία απευθύνθηκε σε µέλη της οικογένειας (60,9%), σε φίλους (46,9%) και σε συγγενείς (35,9%). • Οι γυναίκες σε ποσοστό 33,3% αισθάνονται υπεύθυνες για τη βίαιη συµπεριφορά του συζύγου/συντρόφου τους. Επιπλέον, παρατηρείται διαφοροποίηση στην αντίδραση της γυναίκας, ανάλογα µε το βαθµό ενοχοποίησής της. Στην πλειοψηφία των γυναικών που αυτο- χαρακτηρίζονται ως κακοποιηµένες (8,75%) ως πρώτη αντίδραση – σε συνάρτηση µε το πόσο υπεύθυνες αισθάνονται για τα βίαια περιστατικά - αναφέρεται η προσπάθεια να ηρεµήσουν το δράστη (59,3%). Χαρακτηριστικό είναι ότι καµία από τις γυναίκες δεν απευθύνθηκε σε κοινωνικές υπηρεσίες (0%). • Τα στοιχεία της παρούσας έρευνας επιβεβαιώνουν τη σύνδεση µεταξύ της µορφής της αντίδρασης του θύµατος µε το χρόνο εκδήλωσης βίας στη σχέση. Καταγράφεται ότι από τις γυναίκες που αυτο-χαρακτηρίζονται ως θύµατα βίας του συζύγου/συντρόφου, αυτές που βιώνουν τη βία στη σχέση τους τελευταίους 7-12 µήνες, προσπαθούν συνήθως να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφό τους (66,7%), θεωρώντας ότι µε αυτό τον τρόπο θα παύσει η βία. • Όσο µεγαλώνει ο χρόνος ύπαρξης µιας σχέσης βίας, τόσο διαφοροποιείται και η αντίδραση της γυναίκας- θύµατος. Στις σχέσεις όπου υπάρχει βία για 1-5 χρόνια, τα θύµατα στην πλειοψηφία τους απειλούν µε χωρισµό το δράστη (38,1%). Στις σχέσεις βίας διάρκειας 6-10 χρόνων τα θύµατα συνήθως φεύγουν από το σπίτι (31,3%), απειλούν µε χωρισµό το δράστη (31,3%) ή προσπαθούν να τον ηρεµήσουν (31,3%). Τέλος, όταν υφίσταται βία στη σχέση πάνω από 10 χρόνια, τα θύµατα, ως επί το πλείστον προσπαθούν να ηρεµήσουν το σύζυγο/σύντροφό τους (39%). 2. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ 2.1. Για την αντιµετώπιση του φαινοµένου Η διατύπωση προτάσεων σχετικά µε το θέµα της ενδο-οικογενειακής βίας µε θύµατα γυναίκες, προϋποθέτει την ύπαρξη σχεδιασµού συγκεκριµένων πολιτικών και δράσεων τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, επιτάσσει την υιοθέτηση ενός πλαισίου συνεργασίας µεταξύ κυβερνητικών και µη-κυβερνητικών οργανώσεων, µε στόχο την ανάπτυξη πολιτικών και πρακτικών για την αντιµετώπιση του φαινοµένου. Οι βασικές αρχές, οι οποίες θα πρέπει να διέπουν τη χάραξη πολιτικών στους τοµείς της πρόληψης και της αντιµετώπισης της ενδο-οικογενειακής βίας, είναι: • η διαπίστωση της πολυπλοκότητας του φαινοµένου αναφορικά τόσο µε τους παράγοντες που ενοχοποιούνται για την εκδήλωσή του, όσο και µε τις επιπτώσεις του σε µικρο και µακρο-επίπεδο ανάλυσης, • η οπτική του φύλου και η διαχείριση ζητηµάτων ισότητας µεταξύ των φύλων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, • η επικινδυνότητα του φαινοµένου που συνδέεται µε τη δυναµική, η οποία αναπτύσσεται στις διαπροσωπικές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από βίαιες συµπεριφορές. Ειδικότερα, για το σχεδιασµό υπηρεσιών και προγραµµάτων πρόνοιας επιβάλλεται: • η δηµιουργία συνθηκών ασφάλειας για τη γυναίκα-θύµα ενδο- οικογενειακής βίας και τα παιδιά της, • η υιοθέτηση ολιστικής προσέγγισης που να λαµβάνει υπόψη της τις ανάγκες του συγκεκριµένου πληθυσµού, • η ανάπτυξη αποτελεσµατικών υπηρεσιών, • η ανάπτυξη προγραµµάτων που να απευθύνονται και σε γυναίκες- µέλη κοινοτήτων µε πολιτισµικές ιδιαιτερότητες ή εθνικών µειονοτικών οµάδων. Οι προτάσεις που ακολουθούν, στηρίζονται σε συµπεράσµατα και προβληµατισµούς που προέκυψαν από την έρευνα και στο γεγονός ότι για την αντιµετώπιση της ενδο-οικογενειακής βίας απαιτούνται παρεµβάσεις µε στόχο, αφενός την παροχή βοήθειας στα θύµατα και αφετέρου την πρόληψη βίαιων συµπεριφορών. Επιπροσθέτως, οι προτάσεις που διατυπώνονται, διέπονται από την παραδοχή ότι σε επίπεδο υπηρεσιών χρειάζεται: Α. ανάπτυξη δικτύου υπηρεσιών όχι µόνο για τα ιατρικά και νοµικά θέµατα που άµεσα προκύπτουν, αλλά και για την πληρέστερη κάλυψη των αναγκών των γυναικών και των παιδιών τους174, Β. ανάπτυξη εξειδικευµένων υπηρεσιών µε στόχο την παροχή κατάλληλων παροχών µε βάση τις συγκεκριµένες ανάγκες, Γ. συνεργασία των εµπλεκόµενων υπηρεσιών και ∆. αξιοποίηση της συµπληρωµατικότητας των δοµών. Συγκεκριµένα, προτείνεται η ανάπτυξη προγραµµάτων ευαισθητοποίησης και ενηµέρωσης του κοινού και των εµπλεκόµενων επαγγελµατιών, µε στόχο την αναγνώριση της ενδο-οικογενειακής βίας και των µορφών της. Η αναγνώριση της βίας θα πρέπει να λαµβάνει υπόψη της και την προσέγγιση της επιβολής δύναµης και ελέγχου που είναι δυνατόν να ασκείται στη γυναίκα. Το θέµα της αναγνώρισης της ενδο-οικογενειακής βίας συνδέεται µε την ανάγκη καταγραφής της, η οποία συµβάλλει στη µελέτη της έκτασης του φαινοµένου και στο σχεδιασµό κατάλληλων πολιτικών. Προτείνεται - σε συνεργασία µε τις αρµόδιες αρχές - η συνεχής καταχώριση των εγκληµατικών πράξεων κατά των γυναικών µέσα στην οικογένεια και των δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλονται. Επίσης, απαραίτητη θεωρείται η συστηµατική καταγραφή περιστατικών κακοποίησης από τις αστυνοµικές αρχές, τα νοσοκοµεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες - όπου συνήθως καταφεύγουν οι γυναίκες-θύµατα. Χρειάζεται επίσης, η ευαισθητοποίηση «ενδιάµεσων» προσώπων, µε τα οποία έρχεται σε επαφή η κακοποιηµένη γυναίκα (π.χ. αστυνοµικοί, δικαστικοί, γιατροί, κ.τ.λ.), µε στόχο τη στήριξη των γυναικών στο να καταγγέλλουν την κακοποίηση και στο να διεκδικούν τα δικαιώµατά τους. Παράλληλα, χρειάζεται η χρήση πρωτοκόλλων από τις αρµόδιες αρχές και τις υπηρεσίες για την ανίχνευση συµπεριφορών που οι ίδιες οι γυναίκες θεωρούν βίαιες, προκειµένου να υπάρξει όσο το δυνατόν αναλυτικότερη περιγραφή της ενδο- οικογενειακής βίας και µείωση του σκοτεινού αριθµού κακοποίησης γυναικών. Τέλος, θα πρέπει να προβλέπεται ενιαίο σύστηµα καταγραφής που θα εξασφαλίζει κοινό τρόπο καταχώρισης των στοιχείων και δυνατότητα αξιοποίησής τους. Η λειτουργία του συστήµατος προϋποθέτει την εκπαίδευση των επαγγελµατιών οι οποίοι, θα καταχωρίζουν τα στοιχεία και θα παρακολουθούν µε συνέχεια και συνέπεια το έργο. Στον τοµέα της παροχής υπηρεσιών, προτείνεται η δηµιουργία φορέων στήριξης (ξενώνων και συµβουλευτικών κέντρων) - τόσο κατά τη περίοδο της κρίσης 174 Για την αναγκαιότητα ολοκληρωµένης παρέµβασης, βλ. Stark E., Health Interventions with Battered Women. From Crisis Intervention to Complex Social Prevention, στο C.M. Renzetti, J.L. Edleson & R.K. Bergen, (επιµ.), Violence Against Women, California, Sage pub., 2001, σελ.345-369. όσο και στο στάδιο της αποκατάστασης - στην περιφέρεια, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες συγκεκριµένων γεωγραφικών περιοχών. Επίσης, στελέχωση των δοµών µε επιστήµονες κατάλληλων ειδικοτήτων και την εκτέλεση του έργου όχι µε πολυ- επιστηµονική, αλλά µε δι-επιστηµονική προσέγγιση, η οποία απαιτεί συνεχή επιστηµονικό διάλογο µεταξύ των επαγγελµατιών και του επιστηµονικού υπευθύνου της δοµής. Αξίζει να υπογραµµιστεί η ανάγκη για µακρόχρονη συνεργασία της κακοποιηµένης γυναίκας µε το κέντρο παροχής υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής στήριξης και νοµικής συµβουλευτικής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα κέντρα για τις κακοποιηµένες γυναίκες θα πρέπει να µπορούν µε τη βοήθεια εξειδικευµένου προσωπικού να «συνοδεύουν» τη γυναίκα στην προσπάθειά της να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της βίας για όσο διάστηµα κρίνεται απαραίτητο και παράλληλα να συνεργάζονται µε άλλους φορείς και να παραπέµπουν σε άλλες δοµές, µε στόχο την αξιοποίηση συγκεκριµένων υπηρεσιών (επαγγελµατική κατάρτιση, συµβουλευτική για την απασχόληση κ.λπ). Τέλος θα πρέπει να υπογραµµιστεί η ανάγκη για στενή συνεργασία των Συµβουλευτικών Κέντρων µε τα Αστυνοµικά Τµήµατα µε στόχο, τόσο την ευαισθητοποίηση των αστυνοµικών για το θέµα της ενδο-οικογενειακής βίας και της κατάλληλης ενηµέρωσης των γυναικών για τα δικαιώµατά τους, αλλά και για την προστασία των θυµάτων σε περιπτώσεις που υπάρχει αυξηµένος κίνδυνος για τη ζωή τους. Στο πλαίσιο της αποκατάστασης και µετά από την αποχώρηση από το κέντρο φιλοξενίας, προτείνεται η συνεργασία των συµβουλευτικών κέντρων µε υπηρεσίες του δήµου, ώστε να αξιοποιούν οι γυναίκες και τα παιδιά τους σπίτια ή διαµερίσµατα µε φτηνά ενοίκια. Αυτό προϋποθέτει την ανάπτυξη µιας στεγαστικής πολιτικής µε κοινωνικό προσανατολισµό σε επίπεδο κοινότητας (δήµος ή περιφέρεια). Για το διάστηµα που απαιτείται ως την πλήρη ένταξη των γυναικών που έχουν υποστεί ενδο-οικογενειακή βία, στην αγορά εργασίας, προτείνεται επίσης η θεσµοθέτηση ενός ελάχιστου εισοδήµατος για περιπτώσεις γυναικών που δεν έχουν άλλα εισοδήµατα, το οποίο θα τους επιτρέψει να αναζητήσουν µε σχετική ασφάλεια τρόπους ένταξης σε συνεργασία πάντοτε µε τα συµβουλευτικά κέντρα. Επίσης, προτείνεται ο σχεδιασµός υπηρεσιών για τα παιδιά των κακοποιηµένων γυναικών όχι µόνο στο επίπεδο της φιλοξενίας, αλλά και σε επίπεδο κάλυψης αναγκών φροντίδας και στήριξης τους. Προτείνεται η συνεργασία των Συµβουλευτικών Κέντρων και των Κέντρων Φιλοξενίας (ξενώνων) µε φορείς που παρέχουν υπηρεσίες σε παιδιά (π.χ. παιδικοί σταθµοί, ιατροπαιδαγωγικά κέντρα, κέντρα δηµιουργικής απασχόλησης κ.ά.). Έµφαση θα πρέπει να δοθεί στη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών συµβουλευτικής στους άνδρες που κακοποιούν τις συζύγους/συντρόφους τους. Η χρήση αυτών των υπηρεσιών µπορεί να γίνεται είτε µε δική τους πρωτοβουλία, είτε µετά από δικαστική απόφαση. Αναφορικά µε τους εργαζόµενους στα κέντρα παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αναγκαιότητα εξασφάλισης κλίµατος ασφάλειας από ενδεχόµενη βία των δραστών175. Επίσης, επιβάλλεται η «εποπτεία κλινικού τύπου» του έργου τους από εξωτερικό επόπτη-συνεργάτη του εκάστοτε φορέα µε στόχο, αφενός την καλύτερη διαχείριση των περιστατικών, αφετέρου τη στήριξη των επαγγελµατιών στο πλαίσιο του ρόλου τους. Η αξιολόγηση των παρεχόµενων υπηρεσιών διευκολύνει την αποτίµηση των υπηρεσιών στο συγκεκριµένο πληθυσµό και επιτρέπει το σχεδιασµό νέων δραστηριοτήτων και προγραµµάτων. Η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται από εξωτερικούς αξιολογητές και θα πρέπει να λαµβάνεται υπόψη η αποτίµηση των υπηρεσιών από τις «χρήστριες» και από τους εργαζόµενους σε αυτές. Προτείνεται, επίσης, να προβλέπεται διαδικασία για την παρακολούθηση/µετ-αξιολόγηση (follow- up) των περιστατικών σε τακτά χρονικά διαστήµατα για να εξασφαλίζεται, εκτός των άλλων, η ανατροφοδότηση των υπηρεσιών από τις γυναίκες και η προσαρµογή τους στις ποικίλες και διαρκώς µεταβαλλόµενες ανάγκες των γυναικών. Αναφορικά µε την πρόληψη, έµφαση θα πρέπει να δοθεί σε προγράµµατα συµβουλευτικής στον ευρύ πληθυσµό για θέµατα σχέσεων στο ζευγάρι και για θέµατα που αφορούν στη σχέση µε τα παιδιά. Τα ΜΜΕ µπορούν να χρησιµοποιηθούν για την ευαισθητοποίηση του ευρύτερου πληθυσµού σχετικά µε την ενδο-οικογενειακή βία και για τη µείωση των κοινωνικών στερεοτύπων για τη θέση των γυναικών στην ελληνική κοινωνία. Επιπλέον, η οπτική του φύλου µέσα από ένα σύγχρονο και ρεαλιστικό λόγο, θα πρέπει να συµπεριλαµβάνεται στα προγράµµατα σπουδών όσων τµηµάτων εκπαιδεύουν επιστήµονες, οι οποίοι ασχολούνται µε το θέµα της κακοποίησης των γυναικών. Στόχο αυτής της παρέµβασης, θα πρέπει να αποτελεί η αλλαγή των κοινωνικών αναπαραστάσεων και των στάσεων που οι µελλοντικοί επαγγελµατίες έχουν κυρίως για την ενδο-οικογενειακή βία. Σε αυτό το πλαίσιο, µπορούν να πραγµατοποιούνται εκδηλώσεις για το θέµα της ενδο-οικογενειακής βίας σε εκπαιδευτικά ιδρύµατα, µε στόχο την ευαισθητοποίηση-ενηµέρωση φοιτητών τµηµάτων κοινωνικής εργασίας, ψυχολογίας, νοσηλευτικής, νοµικής, ιατρικής.

Για τη χρησιµοποίηση των Μ.Μ.Ε. στην πρόληψη και αντιµετώπιση του φαινοµένου, βλ. ενδεικτικά Ghez M. Getting the Message Out. Using Media to Change Norms on Abuse, C.M. Renzetti, J.L. Edleson & R.K. Bergen, (επιµ.), Violence Against Women, California, Sage, 2001, σελ. 417-438. 2.2. Προτάσεις για περαιτέρω έρευνα Στην προσπάθεια να µελετηθεί το φαινόµενο της κακοποίησης των γυναικών και να σχεδιαστούν οι κατάλληλες δράσεις, θα µπορούσε να σχεδιαστεί έρευνα µε αντικείµενο µελέτης τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τις στάσεις: α) του ευρύτερου πληθυσµού, β) του επιστηµονικού προσωπικού που στελεχώνει συµβουλευτικά κέντρα γυναικών, γ)των επαγγελµατιών υγείας, δ) των αστυνοµικών και των ∆ικαστικών, και γ) των ίδιων των γυναικών που ανήκουν στη συγκεκριµένη οµάδα για την ενδο- οικογενειακή βία. Στόχος της έρευνας θα ήταν η διερεύνηση των κοινωνικών αναπαραστάσεων για τα θέµατα που εµπίπτουν στην προβληµατική της κακοποίησης. ∆εδοµένου του γεγονότος ότι οι στάσεις και οι κοινωνικές αναπαραστάσεις καθορίζουν και προσδιορίζουν τη συµπεριφορά των ατόµων178, ο εντοπισµός τους θα µπορούσε να αποτελέσει ικανό εργαλείο για τη χάραξη αποτελεσµατικών πολιτικών, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης, όσο και στο επίπεδο της παρέµβασης. Εξάλλου, θα µπορούσε να γίνει ανίχνευση της αποτελεσµατικότητας των παρεχοµένων υπηρεσιών στα κέντρα υποδοχής κακοποιηµένων γυναικών και στους ξενώνες µε αναδροµική µελέτη (ή προδροµική έρευνα) και µε έµφαση στη συµβουλευτική. Ανάλογη έρευνα θα µπορούσε να διεξαχθεί στις µη-κυβερνητικές οργανώσεις. Επιπλέον, προτείνεται η δηµιουργία και προώθηση εργαλείου καταγραφής, κοινού σε όλες τις υπηρεσίες που ασχολούνται µε το θέµα µε στόχο τη διευκόλυνση της καταγραφής και την ύπαρξη στατιστικών στοιχείων. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνεται η κατασκευή και ο (πιλοτικός) έλεγχος ενός ενιαίου συστήµατος καταγραφής, καθώς και µέτρηση αποτελεσµατικότητας του εργαλείου από χρήστριες και επαγγελµατίες. Προτείνονται, επίσης, έρευνες σε περιοχές, όπου ζουν κοινωνικά αποκλεισµένες γυναίκες (µε γλωσσικές/πολιτισµικές ιδιαιτερότητες, πρόσφυγες, µετανάστριες), µε στόχο την περιγραφή των µορφών κακοποίησης σε σχέση µε το 178 Παπαστάµου Σ., Εγχειρίδιο Κοινωνικής Ψυχολογίας, 4η εκδ., Αθήνα, Οδυσσέας, 1993, σελ. 415-429. πολιτισµικό πλαίσιο, των στάσεων απέναντι σε αυτές και το σχεδιασµό κατάλληλων τρόπων προσέγγισης. Το θέµα της παρουσίασης της ενδο-οικογενειακής βίας µε θύµατα γυναίκες από τα Μ.Μ.Ε. (τύπος, τηλεόραση και ραδιόφωνο), θα µπορούσε να αποτελέσει το αντικείµενο µιας έρευνας. Τέλος, προτείνεται η µέτρηση/αξιολόγηση των εκστρατειών ενηµέρωσης- ευαισθητοποίησης για την πρόληψη και αντιµετώπιση της ενδο-οικογενειακής βίας. Τα αποτελέσµατα θα χρησιµοποιηθούν για την αξιολόγηση συγκεκριµένων επικοινωνιακών πολιτικών και για το σχεδιασµό νέων σε συγκεκριµένους τοµείς, όπου θα καταγραφεί η αναγκαιότητα παρέµβασης ή/και βελτίωσης.

BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Aldarondo, E., & Sugarman, D. B. Risk Marker Analysis of the Cessation and Persistence of Wife Assault, Journal of Consulting and Clinical Psychology, 64, 5, 1996, σελ. 1010-1019. Αndrews B. & Brewin C. R., Attribution of Blame for Marital Violence: A Study of Antecedents and Consequences, Journal of Marriage and Family, 52, 3, 1990, σελ. 757-767. Antonopoulou C., “Domestic Violence in Greece”, American Psychologist, 54, 1, 1999, σελ. 63-64. Αρτινοπούλου Β., Αιµοµιξία: Θεωρητικές Προσεγγίσεις και Ερευνητικά ∆εδοµένα, Αθήνα, εκδ. Νοµική Βιβλιοθήκη, 1995. Αρτινοπούλου Β., Έννοιες και Μορφές της Ενδο-οικογενειακές Βίας, εισήγηση στο διήµερο συνέδριο «Σπάζοντας τη Σιωπή», Πρακτικά Συνεδρίου 15-16 Ιουνίου 2000 στην Αθήνα, εκδ. ΚΕΘΙ, 2000, σελ. 21-25. Bardin L., L’Analyse de Contenu. Paris, P.U.F.,1977. Barnett O. W. & Hamberger L. K., The Assessment of Maritally Violent Men on the California Psychological Inventory, Violence and Victims, 7, 1992, σελ. 15-28. Barnett O. W., Martinez T. E. & Bluestein B. W., Jealousy and Romantic Attachment in Maritally Violent and Nonviolent Men, Journal of Interpersonal Violence, 10, 1995, σελ. 473-486. Benard C. & Schlaffer E., H Καθηµερινή Βία στο Γάµο, Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, χ.χ. Βenjamin L. & Waltz G. R., Violence in the family: Child and Spouse Abuse (Report NO. EDN00001), Washington DC, National Institute of Education, 1983, σελ. 226- 309. Bowlby J., The Making and Breaking of Affectional Bonds, London, Tavistock pub., 1979. Browne Α., Marital Violence: Battered Women, στο O. W. Βarnett, C. L. Miller-Perrin & R. D. Perrin (επιµ.), Family Violence Across the Lifespan, Sage Pub., 1997, σελ. 211-231. Γενική Γραµµατεία Ισότητας, ∆ειγµατοληπτική Στατιστική-Αξιοποίηση των Στοιχείων που Αφορούν στην Κακοποίηση Γυναικών που Απευθύνθηκαν στα Συµβουλευτικά Κέντρα Αθήνας-Πειραιά, Αθήνα, Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, Νοέµβριος 2002. Caetano R., Field C. A. & Nelson S., Association Between Childhood Physical Abuse, Exposure to Parental Violence and Alcohol Problems in Adulthood, Journal of Interpersonal Violence, 18, 3, 2003, σελ. 240-257. Campbell J. C. & Dienemann J. D., “Ethical Issues in Research on Violence Against Women”, στο C.M. Renzetti., J. L. Edleson, & R. K. Bergen (επιµ.), Violence Against Women. California: Sage, 2001. Chatzifotiou S. & Dobash R., Seeking Informal Support: Marital Violence Against Women in Greece, Violence Against Women, 7, 9, 2001, σελ. 1024-1051. Coleman D. H. & Straus M. A., Alcohol Abuse and Family Violence, σελ. 104-124, στο Ε. Gottheil, K. A. Druley, T. E. Skoloda & H. M. Waxman (επιµ.), Alcohol, Drug Abuse and Aggression, Springfield, Charles C. Tomas, 1983. Chatzifotiou S. Dodash S. & M. Tsougas, “The Last Violent Episode: The Experiences of Greek Battered Women” Journal of Southern European Society and Polities, vol. 6, no 3, winter 2001, σελ. 55-78. Chatzifotiou S., “Keeping Domestic Violence in Silence: The Case of Greece”, Πρακτικά του συνεδρίου µε θέµα: Violence in the Family. A Plan for Action. Λευκωσία Νοέµβριος 2000. Conger, R. D., Elder, G. H., Lorenz, K. J., Conger, R. L., Simons, R. L., Whitbeck, L. B., Huck, S., & Melby, J. N., Linking Economic Hardship to Marital Quality and Instability, Journal of Marriage and the Family, 52, 3, 1990, σελ. 243-256. Diamantopoulou A., Violence Against Women: Zero Tolerance, Closing of the European Campaign, Lisbon, Centro de Congressos de Lisboa, 4-6 May 2000. Dibble, U., & Straus, M. A. Some Social Structure Determinants of Inconsistency Between Attitudes and Behavior: The Case of Family Violence, Journal of Marriage and the Family, 42, 1, 1980, σελ. 71-80. Dobash R.E. & Dobash R., Violence Against Wives, New York, Free Press, 1979. Domestic Violence Advisory Council, Preventing Domestic Violence: A blueprint for the 21st Century, Sacramento, California Department of Health Services, October 1998. Downs, W. R., Miller, B. A., & Panek, D. D., Differential Patterns of Partner-to- woman Violence: A Comparison of Samples of Community, Alcohol-abusing, and Battered Women, Journal of Family Violence, 8, 2, 1993, σελ. 113-135. Dutton D., The Domestic Assault of Women, Boston, Allyn & Bacon, 1988. Ghez M. “Getting the Message Out. Using Media to Change Norms on Abuse” στο C. M. Renzetti, J. L. Edleson & R. K. Bergen (επιµ.), Violence Against Women, California, Sage, 2001. Easteal P. W. & Easteal S., Attitudes and Practices of Doctors Toward Spouse Assault Victims: An Australian Study, Violence and Victims, 7, 1992, σελ. 217-228. Εuropean Women’s Lobby, Unveiling the Hidden Data on Domestic Violence in the EU, European Policy Action Center of Violence Against Women, Autumn 1999. Fereti I.; Stavrianaki M., The Use of Physical Punishment in the Greek Family: Selected Socio-demographic Aspects, International Journal of Child and Family Welfare; 1997; 3: 206-216. Fergusson D. M., Horwood L.J. & Lynskey M.T.,Childhood Sexual Abuse, Adolescent Sexual Behaviors and Revictimization, Child Abuse and Neglect, 21, 1997, σελ. 789-802. Follingstad D. R., Rutledge L. L., Berg B. J., Hause E. S. & Polek D. S., The Role of Emotional Abuse in Physically Abusive Relationships, Journal of Family Violence, 5, 1990, σελ.107-120. Follingstad D. R. & DeHart D. D., Defining Psychological Abuse of Husbands Towards Wives, Journal of Interpersonal Violence, 15, 9, 2000, σελ. 891-920. Foucault M., Ιστορία της Σεξουαλικότητας, τόµος ΙΙΙ: Η Μέριµνα για τον Εαυτό µας, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1992. Gelles R. J. & Cornell C. P., Intimate Violence in Families, Newbury Park, Sage Pub., 1985. Gelles R. J., Through a Sociological Lens: Social Structure and Family Violence, R. J. Gelles & D. R. Loseke, Current Controversies on Family Violence, Newbury Park, Sage pub., 1993, σελ. 31-62. Gelles R. J., Intimate Violence in Families (3rd edition), California, Sage Pub., 1997. Gerow J. R., Psychology: An Introduction (2nd edition), Glenville, Scott, Foresman, 1989. Gilgun J. F., Resilience and the Intergenerational Transmission of Child Sexual Abuse, στο M. Q. Patton, Family Sexual Abuse: Frontline Research and Evaluation, Newbury Park, Sage pub., 1991, σελ. 93-105 Goode W. J., Force and Violence in the Family, Journal of Marriage and the Family, 33, 4, 1971, σελ. 624-636. Grawitz M., Méthodes des Siences Sociales, Paris, Dalloz, 1979. Hagemann-White C., European Research on the Prevalence of Violence Against Women, Violence Against Women, vol. 7, no 7, 7/2001, σελ. 732-759. Hart S. D., Dutton D. G. & Newlove T., The Prevalence of Personality Disorder Among Wife Assaulters, Journal of Personality Disorders, 7, 1993, σελ. 328-340. Ηerbert T. B., Silver R. C. & Ellard J. H., Coping with an Abusive Relationship: I. How and Why Do Women Stay?, Journal of Marriage and the Family, 53, 2, 1991, σελ. 311-325. Ηolden G. W., Geffner R. & Jouriles E. N., Children Exposed to Marital Violence: Theory, Research and Applied Issues, Washington, American Psychological Association, 1998. Hornung C. A., McCullogh B. C. & Sugimoto T., Status Relationships in Marriage: Risk Factors in Spouse Abuse, Journal of Marriage and Family, 43, 3, 1981, σελ. 675-691. Hotaling, G. T., & Sugarman, D. B., An Analysis of Risk Markers in Husband to Wife Violence: The Current State of Knowledge, Violence and Victims, 1, 2, 1986, σελ. 101-124. Humphreys C. et al, From Good Intentions to Good Practice. Mapping Services Working With Families Where There Is Domestic Violence, Bristol, The Policy Press. Jacobson N. S. & Gottan J. M., When Men Batter Women: New Insights Into Ending Abusive Relationships, New York, Simon and Schuster, 1998. James R. K. & Gilliland B. E., Crisis Intervention Strategies, Wadsworth, 2001. Jasinski J. L. & Williams L. M. (επιµ.), Partner Violence: A Comprehensive Review of Twenty Years of Research, Newbury Park, Sage Pub., 1998. Johnson, H., Rethinking Survey Research on Violence Against Women, στο Dobash R. E., & Dobash R. P., (επιµ.), Rethinking Violence Against Women. London: Sage, 1988, σελ. 23-51. Ieda R., The Battered Woman, Women and Therapy, 5,2, 1986, σελ. 167-177. Kalmuss D., The Intergenerational Transmission of Marital Aggression, Journal of Marriage and Family, 46, 1, 1984, σελ. 11-18. Κane T. A., Staiger P. K. & Ricciardelli L. A., Male Domestic Violence: Attitudes, Aggression and Interpersonal Dependency, Journal of Interpersonal Violence, 15, 1, 2000, σελ. 16-29. Κατάκη Χ., Οι Τρεις Ταυτότητες της Ελληνικής Οικογένειας, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1984. Kaufman Kantor, G,. Ethnicity, Alcohol, and Family Violence: A Structural and Cultural Interpretation, Paper presented at the Forty-second Annual Meeting of the American Society of Criminology, Baltimore, MD, 1990. Κaufman-Kantor G. & Straus M. A., The “Drunken Bum” Theory of Wife Beating, Social Problems, 34, 3, 1987, σελ. 213-230. Leonard K. E., Alcohol Consumption and Escalatory Aggression in Intoxicated and Sober Dyads, Journal of Studies on Alcohol, 45, 1984, σελ. 75-80. Loring M. T., Emotional Abuse, New York, Lexington, 1994. Marshall L. L., Physical and Psychological Abuse, στο W. R. Cupach & B. H. Spitzberg (επιµ.), Τhe Dark Side of Interpersonal Communication, New Jersey, Hillsdale, 1994. Messman T. L. & Long P. J., Child Sexual Abuse and Its Relationship to Revictimization In Adult Women: A Review, Clinical Psychology Review, 16, 5, 1996, σελ. 397-420. Μessman-Moore T. L. & Long P., Child Sexual Abuse and Revictimization in the Form of Adult Sexual Abuse, Adult Physical Abuse and Adult Psychological Maltreatment, Journal of Interpersonal Violence, 15, 5, 2000, σελ. 489-502. Mignon S. I., Larson C. J. & Holmes W. M., Family Abuse: Consequences, Theories and Responses, Allyn & Bacon, 2002. Mirrlees-Black C. & Byron C., Domestic Violence: Findings from the BCS Self- Completion Questionnaire, Home Office Research, Development and Statistics Directorate, 86, 1999. Μάνος Ν., Βασικά Στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997. Μουζακίτης Κ., Συζυγική Βία: Αιτιολογία, Επιπτώσεις, Παρέµβαση, Κοινωνική Εργασία, 16, 1989, σελ. 217-227. Μουσούρου Λ. Μ., Κοινωνιολογία της Σύγχρονης Οικογένειας. Αθήνα: Gutenberg, 1993. Murphy C., Meyer S. L. & O’Leary K., Dependency Characteristics of Partner Assaultive Men, Journal of Abnormal Psychology, 103, 1994, σελ. 729-735. Ο’Donell C. J., Smith A. & Madison J. R., Using Demographic Factors to Explain Variations in the Incidence of Violence Against Women, Journal of Interpersonal Violence, 17, 12, 2002, σελ. 1239-1262. Okun L., Woman Abuse: Facts Replacing Myths, Albany, State University of New York Press, 1986. O’Leary K. D., Malone J. & Tyree A., Physical Aggression in Early Marriage Prerelationship & Relationship Effects, Journal of Consulting and Clinical Psychology, 62, 1994, σελ. 594-602. Pagelow D. M., Family Violence, New York, Praeger Pub., 1984. Παπαστάµου Σ., Εγχειρίδιο Κοινωνικής Ψυχολογίας (4η έκδοση), Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1993. Parker B., McFarlane J., Soeken K., Torres T. & Campbell D., Physical and Emotional Abuse in Pregnancy: A Comparison of Adult and Teenage Women, Nursing Research, 42, 1993, σελ. 173-177. Roberts A., Substance Abuse Among Men Who Batter Their Mates: The Dangerous Mix, Substance Abuse Treatment, 5, 1988, σελ. 83-87. Russel R. & Hulson B., Physical and Psychological Abuse of Heterosexual Partners, Personality and Individual Differences, 13, 1992, σελ. 457-473. Saunders D., A typology of Men Who Batter: Three Types Derived From Cluster Analysis, American Journal of Orthopsychiatry, 62, 1992, σελ. 264-275. Seltzer J. A. & Kalmuss D., Socialization and Stress Explanations for Spouse Abuse, Social Forces, 67, 2, 1988, σελ. 473-491. Shepard M. F. & Campbell J. A., The Abusive Behavior Inventory: A Measure Of Psychological And Physical Abuse, Journal of Interpersonal Violence, 7, 1992, σελ. 291-305. Shepherd J., Victims of Personal Violence: The Relevance of Symond’s Model of Psychological Response and Loss Theory, British Journal of Social Work, 20, 1990, σελ. 309-332. Sher K. J., Subjective Effects of Alcohol: The Influence of Setting and Individual Differences in Alcohol Expectancies, Journal of Studies on Alcohol, 46, 1985, σελ. 137-146. Smith M., Patriarchal Ideology and Wife Beating: A Test of a Feminist Hypothesis, Violence and Victims, 5, 1991, σελ. 257-273. Sonkin D. J., Martin D. & Walker L. E., The Male Batterer: A Treatment Approach, New York, Springer, 1985. Spinellis C. D., Crime in Greece in Perspective, Athens, Sakkoulas pub., 1997. Stith S. M. & Farley S. C., A Predictive Model of Male Spousal Violence, Journal of Family Violence, 8, 1993, σελ. 183-201. Stark E., Health Interventions with Battered Women. From Crisis Intervention to Complex Social Prevention, στο C. M. Renzetti, J. L. Edleson & R. K. Bergen, (επιµ.), Violence Against Women. California: Sage, 2001. Straus M., Leveling, Civility and Violence in the Family, Journal of Marriage & the Family, 36, 1974, σελ.13-29. Straus M. A. & Sweet S., Verbal/Symbolic Aggesssion in Couples: Incidence Rates and Relationships to Personal Characteristics, Journal of Marriage and the Family, 54, 2, 1992, σελ. 346-357. Straus, M. A., & Gelles, R. J. Physical violence in American families: Risk factors and adaptations to violence in 8,145 families, New Brunswick, New Jersey, Transaction, 1990. Straus M. A., Gelles R. J. & Steinmetz S., Behind Closed Doors: Violence in the American Family, Garden City, Anchor/Doubleday, 1980. Strube M. J. & Barbour L. S., Factors Related to the Decision to Leave an Abusive Relationship, Journal of Marriage and Family, 46, 4, 1984, σελ. 837-843. Sugarman, D. B., Aldarondo, E., & Boney-McCoy, S. Risk Marker Analysis of Husband-to-wife Violence: A Continuum of Aggression, Journal of Applied Social Psychology, 26, 4, 1996, σελ. 313-337. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Σχέδιο Συµπερασµάτων του Συµβουλίου σχετικά µε την Επισκόπηση της Εφαρµογής από τα Κράτη-Μέλη και τα Όργανα της ΕΕ του Προγράµµατος ∆ράσης του Πεκίνου, 14074/02 SOC 499 JAI 248 (25.2.2003) Σχέδιο Συµπερασµάτων του Συµβουλίου της Ε.Ε. σχετικά µε την Επισκόπηση της Εφαρµογής από τα Κράτη-Μέλη και τα Όργανα της ΕΕ του Προγράµµατος ∆ράσης του Πεκίνου, 14074/02 SOC 499 JAI 248. Tifft L. L., Battering of Women: The failure of Intervention and the Case of Prevention, Westview Press, 1993. Τριχόπουλος ∆., Επιδηµιολογία. Αρχές, µέθοδοι, εφαρµογές, Αθήνα, Επιστηµονικές Εκδόσεις Γρ. Παρισιάνος, 1982, σ. 44. Ulbrich P. & Huber P., Observing Parental Violence: Distribution and Effects, Journal of Marriage and Family, 43, 3, 1981, σελ. 623-630. UNICEF, Bία Κατά των Γυναικών – Μια Παγκόσµια Επιδηµία, Αθήνα, ∆.Τ.21/2000, 29 Μαϊου 2000. Urquiza A. J. & Goodlin-Jones B. L., Child Sexual Abuse and Adult Revictimization With Women of Color, Violence and Victims, 9, 1994, σελ. 223-232. Walker L. E., The Battered Woman, New York, Harper & Row, 1979. Walker L. E., The Battered Woman Syndrome, New York, Springer, 1984. Walker L. E. & Brown A., Gender and Victimization by Intimates, Journal of Personality, 53, 2, 1985, σελ.179-195. Willson P., McFarlane J., Malecha A., Watson K., Lemmey D., Schultz P., Gist J. & Fredland N., Severity of Violence Against Women by Intimate Partners and Associated Use of Alcohol and/or Illicit Drugs by the Perpetrator, Journal of Interpersonal Violence, 15, 9, 2000, σελ. 996-1008. Wolgang M. E. & Ferracuti F., H Υποκουλτούρα της Βίας (µτφ. Φ. Μηλιώνη), Αθήνα, εκδ. Νοµική Βιβλιοθήκη, 1995. Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, Σχέδιο Σύστασης προς την Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Ανδρών και Γυναικών της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συµβουλίου της Ευρώπη µε θέµα «Οικογενειακή Βία», Νοέµβριος 2002 Χουντουµάδη Α. & Πατεράκη Λ., Σύντοµο Ερµηνευτικό Λεξικό Ψυχολογικών Όρων, Αθήνα, εκδ. ∆ωδώνη, 1989. Yick A. G., Feminist Theory and Status Inconsistency Theory, Violence Against Women, 7, 5, 2001, σελ. 545-562. Υllo K., Through the Feminist Lens: Gender, Power and Violence, στο R. J. Gelles & D. R. Loseke, Current Controversies on Family Violence, Newbury Park, Sage pub., 1993, σελ. 47-52.

ypan DLU

Χορηγοί

Δεν υπάρχουν εικόνες
Close